Τα πρώτα χρονιά της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών είναι αισθητό πως επικρατεί μια αδράνεια στον καλλιτεχνικό χώρο. Δεν πρόκειται ακριβώς για απολυτή «σιωπή» και άρση κάθε παραγωγικής δυνατότητας, καθώς υπήρχαν και καλλιτέχνες οι οποίοι παρουσίαζαν έργα, ωστόσο, αυτό -κατά κανόνα- σήμαινε ότι υπηρετούσαν το δικτατορικό καθεστώς. Για τον λόγο αυτό οι καλλιτέχνες των οποίων οι αντιλήψεις δεν εναρμονίζονταν με αυτές του καινούργιου αυτού καθεστώτος αποφασίζουν αυθόρμητα, αλλά συλλογικά, να μην συμμετέχουν σε καμία κρατική καλλιτεχνική εκδήλωση, καθώς επίσης και να μην παρουσιάζουν τα έργα τους ατομικά η ομαδικά.
Ωστόσο, από το 1969 και έπειτα επανεκκινεί η εικαστική δραστηριότητα των μη «καθεστωτικών» καλλιτεχνών. Μόνο που αυτή την φορά η επαναφορά τους στον καλλιτεχνικό χώρο έχει ένα και μοναδικό σκοπό: τον αγώνα εναντίον της Χούντας.
Ο Βλάσης Κανιάρης είναι η πρώτη και, ίσως, η χαρακτηριστικότερη περίπτωση καλλιτέχνη που επιστρέφει από τη Γαλλία στην Ελλάδα και χρησιμοποιεί το έργο ως εργαλείο του αντιδικτατορικού αγώνα. Μάλιστα, η έκθεση του Κανιάρη φαίνεται να ήταν η πρώτη από την έναρξη της δικτατορίας που να καταδικάζει ανοιχτά το καθεστώς. Παρόλα αυτά, η Χούντα δεν καταπιάνεται συστηματικά με τα εικαστικά. Για τον λόγο αυτό η έκθεση στου Κανιάρη «επιβιώνει» την λογοκρισία, διότι θεωρεί πως τέτοιου είδους δραστηριότητες θεωρούνταν υπερβολικά σύγχρονες για να ελκύσουν μεγάλο κοινό –μια αντίληψη που αποδείχθηκε αργότερα ότι απείχε πολύ από την πραγματικότητα.
Πριν προχωρήσουμε στην παρουσίαση του πρώτου έργου (με τίτλο Μπούστο) του Κανιάρη ας θυμηθούμε τη διάσημη πολιτική δήλωση του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδοπούλου για τον μέσο Έλληνα: «Έχομε έναν ασθενή. Τον έχομε θέσει εις τον γύψον μέχρις ότου ιαθή[1]». Μέσα σε αυτήν την έκθεση υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο του μπούστου, του ανθρώπινου κορμού (που αποτελεί χαρακτηριστικό των έργων του καλλιτέχνη), όμως εδώ πολύ στοχευμένα τολμά να «παντρέψει» δύο υλικά που τότε, σημειολογικά, εξέπεμπαν ένα ηχηρό μήνυμα, καθώς τα ανθρωπινά σώματα τώρα είναι φτιαγμένα από συρματόπλεγμα και γύψο.
Βλάσης Κανιάρης, Μπούστο, 1969
Ο γύψος εδώ διαδραματίζει έναν ιδιαίτερα καίριο ρόλο: συμβολίζει την μετουσίωση του λογού της δικτατορίας σε καλλιτεχνικό αντικείμενο, αφού στον λόγο του δικτάτορα η Ελλάδα παρουσιάζεται, όπως αναφέρθηκε ήδη, ως ένας ασθενής που, προκειμένου να θεραπευτεί, κρίνεται επιτακτική ανάγκη να «μπει σε γύψο». Η φράση αυτή, ωστόσο, δεν αποτελεί μια πρωτοτυπία από μέρους του καθεστώτος, καθώς παρόμοιες αναφορές έχουν γίνει και σε λογούς των Ναζί, αλλά και γενικότερα άλλων απολυταρχικών καθεστώτων. Επιπροσθέτως, ο γύψος με τον οποίο επιλεγεί να τυλίξει τα συρματένια σώματα ο καλλιτέχνης δεν τοποθετείται εκεί για να «χτίσει» κορμούς σωμάτων, αλλά σαν μια γάζα που δένεται γύρω από τον ανθρώπινο κορμό.
Γενικά, ο Κανιάρης στα έργα του αρχικά, επιλεγεί, να χρησιμοποιήσει πλαστικά τριαντάφυλλα, τα οποία στη συνέχεια (δηλαδή κατά την περίοδο της Χούντας) αντικαθιστά με κόκκινα γαρύφαλλα, ως έμμεση αναφορά στον Μπελογιάννη, χαρακτηριστικό σύμβολο της Αριστεράς.
Βλάσης Κανιάρης, Γιλέκο για το φεγγάρι, 1969
Στο δεύτερο έργο του που επιλέγουμε να παρουσιάσουμε (Γιλέκο για το φεγγάρι) ο Κανιάρης επαναλαμβάνει το χαρακτηριστικό μοτίβο με το ανθρώπινο σώμα τυλιγμένο από γύψο. Αυτή τη φορά, όμως, ο ιμάντας που διακοσμεί το γύψινο σώμα μοιάζει περισσότερο με στρατιωτική στολή, ενώ το γιλέκο παραπέμπει σε καθημερινό ρουχισμό και το γαρύφαλλο τώρα βρίσκεται στην καρδιά, παραπέμποντας στην αιμάτινη πληγή. Κάτω από το έργο επιγράφεται το εξής: «το γιλέκο θα φορεθεί άραγε ουλή την άνοιξη για μια βόλτα στο φεγγάρι;» Με την αναφορά στην προσσελήνωση του ανθρώπου ο καλλιτέχνης επιδίωκε να καταδικάσει αυτούς εκτός της Ελλάδας που, ενώ επικαλούνται την εξέλιξη και τον εκσυγχρονισμό, επιτρέπουν ταυτόχρονα την πολιτικά «ανώμαλη» κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα. Προβάλλεται, με άλλα λόγια, κριτικά η έννοια της αναλγησίας. Τέλος, η αναφορά στην λέξη «βόλτα» στην καθομιλουμένη της εποχής και παρέπεμπε αυτόματα στην «βόλτα στην Ασφάλεια».
Αξίζει να σημειωθεί επιλογικά πως στο τέλος της έκθεσης ο καλλιτέχνης δωρίζει στους επισκέπτες ένα μικρό γύψινο πλακάκι με ένα γαρύφαλλο, επιτρέποντάς τους με αυτόν τον τρόπο να πάρουν και αυτοί ένα μικρό «κομμάτι» από την έκθεση του. Πράγματι, το μικρό αυτό «δώρο» –ή μάλλον περισσότερο ένα σύμβολο– και η όλη ιδέα βασιζόταν στην αντίληψη του ότι με τον τρόπο αυτό θα αφύπνιζε τους θεατές αποτυπώνοντας ανεξίτηλα το αφυπνιστικό μήνυμα που ήθελε να προωθήσει.
Από τη μαθήτρια Μαριεύα Ξέρα, του τμήματος Β’3
[1] γιατρευτεί.
[1] γιατρευτεί.


