Κριτική Γ.Ζ

Ο άνθρωπος από το Παντόλσκ 

Η θεατρική παράσταση σε σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, ακολουθεί έναν παραιτημένο από την ζωή κάτοικο του Παντόλσκ, στην Ρωσία, ο οποίος συλλαμβάνεται αδικαιολόγητα και μεταφέρεται σε αστυνομικό τμήμα για να υποστεί μία εξονυχιστική και παράλογη ανάκριση. Μέσα από αυτήν την υποχρεωτική «επανεξέταση» της ζωής του, τα όργανα της τάξης αντιστρέφουν ότι θεωρεί δεδομένο μέχρι τώρα, και καταφέρνουν να «αγαπήσει το παράλογο», με βίαιο τρόπο. Αν και στο έργο δεν παρουσιάζεται καμία μορφή σωματικής βίας (2 εκτός σκηνής), όλη η παράσταση βασίζεται σε πολλές μορφές ψυχολογικής βίας, μέσα από άβολες καταστάσεις, τον γενικό παραλογισμό, και τον φόβο που αποπνέει αυτό το αστυνομικό τμήμα της τρέλας.

Ο πρωταγωνιστής κρατείται αιχμάλωτος ως «ανεπίδεκτος μαθήσεως». Οι αστυνομικοί προσπαθούν να του «φτιάξουν την ζωή» εκφράζοντας αλήθειες και σημαντικές αξίες που χρειάζεται ο καθένας, όπως να μην καταβάλλεται από την ρουτίνα, να παρατηρεί και να αντλεί ευχαρίστηση από τα μικρά όμορφα πράγματα της ζωής του αλλά με απόλυτο και βίαιο τρόπο, που εν τέλει  χάνει κάθε επαφή με την λογική. Με αυτόν τον τρόπο υποχρεώνεται ο καθένας να φοράει μία χαρούμενη μάσκα και να υποδύεται, καθώς δέχεται τυφλά την ευτυχία ως η μοναδική λύση σε κάθε περίπτωση. Φυσικά εν τέλει αυτό λειτουργεί ως μέσω καταπίεσης και καταστολής του ανθρώπου και κατ’ επέκταση της ελευθερίας του, κάνοντας τον «υλικό υπό διαμόρφωση». Προσωπικά πιστεύω ότι τα όργανα προσπαθούν να δείξουν σε έναν άνθρωπο χωρίς την επιθυμία να ζήσει, ότι έστω και το μικρότερο στραβοπάτημα (από την ευτυχία και όχι μόνο) ισούται με την απόλυτη αποτυχία.

Δυστυχώς ο σκοπός των αστυνομικών επιτυγχάνεται, γιατί ο άνθρωπος από το Παντόλσκ, μία άχρωμη πόλη χωρίς κανένα ενδιαφέρον, θα έχει πάντα στο πλευρό του τους φίλους του αστυνομικούς για «όποτε κριθεί αναγκαίο», να του ισιώνουν κάθε στραβοπάτημα, και να γεμίζουν κάθε κενό της χαρούμενης ζωής του, η οποία πλέον έχει μεταμορφωθεί σε έναν φαύλο κύκλο με μόνο προορισμό το ίδιο πάντα αστυνομικό τμήμα.

Τόσο ο πρωταγωνιστής όσο και ο θεατής της παράστασης από κάποια στιγμή και μετά χάνει την επαφή με την πραγματικότητα, εν όσο ο κόσμος της λογικής «γυρίζει ανάποδα». Ο σκηνοθέτης προσπαθεί να το πετύχει αυτό δημιουργώντας υπερβολικές και πολύ δυνατές σκηνές καθιστώντας το δύσκολο σε κάποιον να αρκεστεί σε ένα «καλό ή κακό» για τον χαρακτηρισμό του έργου. Ενώ το ίδιο είναι άκρως αντιφατικό, δημιουργείται στην πορεία μία παράξενη ισορροπία. Φυσικά αυτή η υπερβολή μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να κουράσει τον θεατή.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης