Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ

Συντάκτες : Παναγιώτης  Σταμίρης, Αργύριος- Εφραίμ Χριστίδης, Νικόλαος Τσακανίκας

Ο Μάνος (Εμμανουήλ) Χατζιδάκις ήταν ένας από τους κορυφαίους συνθέτες της νεότερης Ελλάδας. Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου 1925 στην Ξάνθη και ήταν γιος του δικηγόρου Γεώργιου Χατζιδάκη και της Αλίκης Αρβανιτίδου. Η οικογένεια κατοικούσε στην Ξάνθη, όπου εργαζόταν ο πατέρας του ως νομικός σύμβουλος σε μεγάλες εταιρείες της περιοχής. Το σπίτι όπου μεγάλωσε, ένα νεοκλασικό κτήριο του 19ου αιώνα, σώζεται μέχρι σήμερα και διατηρείται ως ιστορικό μνημείο στην Ξάνθη και μάλιστα είναι επισκέψιμο.

Σε ηλικία τεσσάρων ετών ο Μ. Χατζιδάκις αρχίζει την μουσική του εκπαίδευση, μαθαίνοντας πιάνο, βιολί και ακορντεόν. Όταν χώρισαν οι γονείς του, μετακόμισε οριστικά με τη μητέρα και την αδερφή του στην Αθήνα. Όμως, μετά το θάνατο του πατέρα του σε αεροπορικό δυστύχημα το 1938 και με την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1940, η οικογένεια βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση κι έτσι ο Μάνος Χατζιδάκις αναγκάστηκε να εργαστεί για να βιοπορίζεται. Παράλληλα όμως, συνέχισε την εκπαίδευση στη μουσική, κάνοντας ιδιαίτερα θεωρητικά μαθήματα με τον Μενέλαο Παλλάντιο την περίοδο 1940-43, ενώ επίσης παρακολουθούσε μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπουδές που δεν ολοκλήρωσε. Την περίοδο αυτή, μέσα στην Κατοχή, συναναστράφηκε με ποιητές, καλλιτέχνες και διανοούμενους, όπως οι Ν. Γκάτσος, Γ. Σεφέρης, Ο. Ελύτης, Α. Σικελιανός, ο ζωγράφος Γ. Τσαρούχης. Προς το τέλος της Κατοχής συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση με την ΕΠΟΝ και εκεί γνωρίστηκε με τον, επίσης σπουδαίο συνθέτη, Μίκη Θεοδωράκη, με τον οποίο ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς φιλίας.

Το 1944, σε ηλικία 19 ετών, ο Μ. Χατζιδάκις έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτης, με την κωμωδία του Αλέξη Σολωμού «Ο Τελευταίος Ασπροκόρακας» σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν. Η συνεργασία του με τον Κάρολο Κουν και το Θέατρο Τέχνης διαρκεί 15 χρόνια. Η πρώτη του δουλειά στον κινηματογράφο έγινε το 1946 με την ταινία «Αδούλωτοι Σκλάβοι» που σκηνοθέτησε ο Βίων Παπαμιχάλης, με πρωταγωνίστρια την Έλλη Λαμπέτη.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Μ. Χατζιδάκις ανακάλυψε στις ταβέρνες του Πειραιά το ρεμπέτικο τραγούδι. Αφού το μελέτησε και αναγνώρισε την αξία του, το 1949, σε ηλικία 23 ετών, έδωσε την περίφημη διάλεξη για το ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης. Με τον τρόπο αυτό έκανε γνωστό το ρεμπέτικο στην κοινωνία της μεταπολεμικής Αθήνας. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ο πρώτος που έκανε τη σύνδεση ανάμεσα στη ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση με τις αξίες της δυτικής μουσικής.

Από το 1950 ξεκινά μια έντονα δημιουργική περίοδος για τον Χατζιδάκι, που γράφει μουσικές για μπαλέτα στο Ελληνικό Χορόδραμα, αλλά και για παραστάσεις αρχαίου δράματος. Παράλληλα γράφει πολλά σημαντικά συνθετικά και πιανιστικά έργα.

Το 1955 ξεκινά μια δεκαετία κατά την οποία ο Χατζιδάκις γράφει ασταμάτητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, ενώ δέχεται διακρίσεις και βραβεία για τις συμμετοχές του και στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του ΕΙΡ (Ελληνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας). Παράλληλα κάνει και ηχογραφήσεις δίσκων, μεταξύ άλλων και «Το χαμόγελο της Τζοκόντας» το 1965.

Το 1961 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου πρωτότυπου τραγουδιού για «Τα παιδιά του Πειραιά», που έγραψε για την ταινία του Ζυλ Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή» με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία και ερμηνεύει το τραγούδι.

Το 1966 πηγαίνει στην Αμερική μαζί με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη, για να ανεβάσουν στο Μπρόντγουεϊ το έργο «Ιλία Ντάρλινγκ», που είναι μια διασκευή από το «Ποτέ την Κυριακή» και αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Μανχάταν μαζί με τη μητέρα του. Εκεί έρχεται σε επαφή με την αμερικανική ποπ και ροκ μουσική και ηχογραφεί μεταξύ άλλων και τον δίσκο «Reflections». Τον Ιούλιο πλέον του 1972 αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα, όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Αυτή η περίοδος θεωρείται η πιο σταθερή και ώριμη ως προς την μουσική του καριέρα.

Το 1972 ηχογραφεί τον «Μεγάλο Ερωτικό» με τη Φλέρυ Νταντωνάκη και τον Δημήτρη Ψαριανό και το διάστημα 1975-1982 διορίζεται ως διευθυντής της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών αλλά και του ραδιοφωνικού σταθμού Τρίτο Πρόγραμμα του ΕΙΡ και αναπληρωτής διευθυντής της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Οι εκπομπές που έκανε στο Τρίτο Πρόγραμμα με τίτλο «Τα σχόλια του Τρίτου» αποτελούν μέχρι και σήμερα παράδειγμα αισθητικής και ποιότητας. Τα κείμενα που διάβαζε ο Μάνος Χατζιδάκις, τα Σχόλια δηλαδή του Τρίτου προγράμματος, ήταν κοινωνικές κυρίως παρεμβάσεις του συνθέτη που είναι πάντα διαχρονικές και επίκαιρες και έχουν εκδοθεί και σε βιβλίο. Επίσης, εξέδωσε και ένα πολιτιστικό περιοδικό, «Το Τέταρτο» με επίσης κοινωνικούς και πολιτικούς σχολιασμούς για πολιτιστικά θέματα.

Από το 1978 μέχρι και το 1982 διοργάνωσε και καθιέρωσε γιορτές και φεστιβάλ και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, το 1985 δημιούργησε ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρία με το όνομα «Σείριος» και το 1989 δημιούργησε την Ορχήστρα των Χρωμάτων. Τα τελευταία δισκογραφικά έργα του Χατζιδάκι έχουν έντονο κοινωνικό και πολιτικό στίγμα.

Ο Μάνος Χατζιδάκις πέθανε το 1994 αφήνοντας ένα πλούσιο και σημαντικό έργο.

Πηγές:

Διαδίκτυο: https://el.wikipedia.org/wiki/Μάνος_Χατζιδάκις

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης