Λοιπόν, σας το λέω, εγώ, ο Λεονάρντο, είμαι μια Μ.Π.Μ. (μελλοντική παγκόσμια μεγαλοφυΐα). Όχι, δεν κατάγομαι από οικογένεια ευγενών- Ντα Βίντσι σημαίνει «από το Βίντσι», το ιταλικό χωριουδάκι στο οποίο γεννήθηκα το 1452. Μητέρα μου, ονόματι Κατερίνα, υπήρξε μια χωρική που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πλούσιο, περαστικό από τα μέρη της, συμβολαιογράφο. Έτσι, η Μ.Π.Μ. κατ’ ουσίαν είναι ένα παιδί εξώγαμο* απ’ ό,τι φαίνεται όμως, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα στην εποχή μου σ’ ετούτη τη γωνιά της Ιταλίας. Λέω, «απ’ ό,τι φαίνεται», γιατί δε θυμάμαι και πολύ καλά. Είμαι λοιπόν αναγκασμένος να εμπιστευτώ έναν κακό ζωγράφο, τον Βαζάρι, που έγινε διάσημος επειδή αφηγήθηκε τη ζωή των καλλιτεχνών της εποχής του. Προσοχή, μην πιστεύετε όλα όσα αναφέρει, γιατί ο Βαζάρι συχνά λέει ό,τι του κατέβει.
Ο πατέρας μου περνάει τον καιρό του κάνοντας γόμους. Εγώ δε θα παντρευτώ ποτέ καμία. Στο μεταξύ, πηγαινοέρχομαι ανάμεσα στην εξοχή, την οποία λατρεύω (όπου παρατηρώ «τα απειροελάχιστα μόρια της δροσιάς»), και την πόλη, όπου οι παππούδες μου, από την πλευρά του πατέρα μου, με μυούν, μεταξύ άλλων, στην τέχνη της αγγειοπλαστικής. Σωστά καταλάβατε: η Μ.Π.Μ. αρχίζει την καριέρα της κατασκευάζοντας δοχεία και χύτρες. Τουλάχιστον έτσι λέει ο Βαζάρι. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι, όντας ελεύθερος και συχνά ολομόναχος, πρέπει να μάθω
να γράφω χωρίς βοήθεια – πράγμα που κάνω χρησιμοποιώντας το αριστερό χέρι και αρχίζοντας από τη δεξιά σελίδα.
Όταν πεθαίνει ο παππούς μου, με αναλαμβάνει ο σερ Πιέρο, ο μπαμπάς μου, και, θέλοντας να με κάνει μικρό τραπεζίτη (υπάρχουν πολλοί στην Ιταλία αυτή την εποχή), με βάζει να μάθω αριθμητική. Ο Βαζάρι αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «παρόλο που μόλις λίγους μήνες μελετούσε μαθηματικά, η πρόοδός του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε συχνά έφερνε σε δύσκολη θέση το δάσκαλό του τον οποίο βομβάρδιζε αδιάκοπα με απαιτητικές ερωτήσεις». Ωστόσο με περιγράφει και ως πεισματάρη και άστατο: «Ξεκινούσε έρευνες σε διάφορους τομείς, αλλά τις εγκατέλειπε αμέσως μόλις τις άρχιζε». Αυτός ο ηλίθιος δεν καταλαβαίνει ότι είμαι απλώς περίεργος και διψασμένος για κάθε είδους καινοτομία. Απόδειξη, διαβάζω ασταμάτητα. Έτσι είμαι εγώ, είναι στη φύση μου, ενδιαφέρομαι για τα πάντα – τις τέχνες, τη μουσική, την ποίηση και, φυσικά, το σχέδιο, που το έχω ταλέντο, χωρίς να έχω κάνει σπουδές.
Ο πατέρας μου, εντυπωσιασμένος, δείχνει αρκετά από τα σχέδιά μου στο μεγάλο μετρ Βερόκιο, ο οποίος, ακόμα πιο εντυπωσιασμένος, δέχεται να με πάρει υπό την προστασία του. Σαν παραμύθι. Μόνο εκ πρώτης όψεως. Διότι, ο’ ένα φλωρεντινό ατελιέ, προτού θεωρηθείς ικανός να ζωγραφίσεις τα τμήματα τα οποία σου αναθέτει ο μετρ, αρχίζεις από τα βασικά – καθαρίζεις τα πινέλα, ετοιμάζεις τις επιφάνειες, το φόντο των εικόνων και τα χρώματα, σκουπίζεις, φέρνεις τις μπίρες κτλ. Πράγμα που δε με πειράζει καθόλου, γιατί εκεί μέσα ανθίζω, επινοώ, παρακολουθώ τα πάντα, είναι σαν γιορτή.
Όταν ο Βερόκιο, που πρέπει να παραδώσει τη «Βάπτιση του Χριστού», προτείνει επιτέλους οε δύο από τους μαθητές του, σ” εμένα και στον Μποτιτσέλι, να φτιάξουν ένα μέρος του έργου, μένει άναυδος αντικρίζοντας την τελειότητα του αγγέλου που του ζωγράφισα. «Έπειτα από αυτό, ταπεινωμένος επειδή ένα παιδί γνώριζε, περισσότερα από τον ίδιο, αρνήθηκε να ξαναπιάσει πινέλο», σημειώνει ο Βαζάρι. Δεν· είχε τελείως άδικο. Τέλος πάντων. Στην πραγματικότητα, αντί να ασχολούμαι βασανιστικά με το ίδιο μοτίβο, όπως ο Μποτιτσέλι, μια άλλη μελλοντική ιδιοφυία που φτιάχνει «πολύ θλιμμένα τοπία», εγώ παρατηρώ) και πειραματίζομαι… Και ονειρεύομαι, «γιατί το πνεύμα είναι πάντα οε εγρήγορση, έτοιμο για νέες επινοήσεις». Με δυο λόγια, γράφομαι στη συντεχνία των ζωγράφων της Φλωρεντίας και, ένα χρόνο αργότερα, ζωγραφίζω τον npc.no μου μεγάλο πίνακα, το «Τοπίο της Σάντα Μαρία ντέλα Νέβε» – λένε ότι το φως του είναι ανυπέρβλητο. Α, να μην το ξεχύσω, κι αυτό ο Βαζάρι το λέει.
Όταν είσαι Μ.Π.Μ., δεν πρέπει να τα παρατάς ποτέ. Γι’ αυτό κι εγώ μελετάω προοπτική, γεωμετρία και ό,τι μπορώ να μάθω από τις επιστήμες της εποχής μου. Εξακολουθώ να διαβάζω πολύ, περνώντας από την υδραυλική στην ανατομία, από την οπτική στην παρατήρηση του πώς πετούν τα πουλιά, και από τα μαθηματικά στη βαλλιστική… Ο Βαζάρι ξέχασε να αναφέρει ότι γνωρίζω και τον καλύτερο τρόπο ψησίματος της πίτσας…
Πράγμα που δεν εμποδίζει τον πάπα να καλέσει στο Βατικανό τον Μποτιτσέλι (πάλι μπροστά μου αυτός!) και άλλους συναδέλφους, αλλά όχι εμένα. Οργισμένος, στέλνω το βιογραφικό μου στον Λουδοβίκο Σφόρτσα το Μαύρο, δούκα του Μιλάνου. Βλέποντας τον κατάλογο των ικανοτήτων μου, που τις αράδιασα στην τύχη, χωρίς σειρά, ο δούκας με προσλαμβάνει, όχι ως καλλιτέχνη, αλλά ως μηχανικό. Θέλει να του κατασκευάσω πολεμικά άρματα, οχυρωματικά έργα κι ένα σωρό μηχανές. Επίσης, μου αναθέτει τη διοργάνωση εορτών και με κάνει, όπως λέτε σήμερα, υπεύθυνο δημοσίων σχέσεων.
Οίκος γράφει κάποιος σύγχρονός μου, εξελίσσομαι σε έναν «αξιοθαύμαστο εφευρέτη, μετρ ιης κομψότητας και κυρίως των απολαύσεων του θεάτρου, που τραγουδάει υπέροχα συνοδεύοντας το τραγούδι του με λύρα, άνθρωπο τον οποίο εκτιμούν και αγαπούν υπέρμετρα όλοι οι πρίγκιπες, γι” αυτό και τον διεκδικούν». Ο Λουδοβίκος ο Μαύρος μάλιστα θα φτάσει στο σημείο να μου πει: «Αν το σώμα σου ήταν αντάξιο του μυαλού σου, δε θ’ ανήκες σ’ αυτό τον κόσμο. Η φήμη σου αυξάνεται όπως το ψωμί στα χέρια των παιδιών». Κι όμως είμαι ωραίος! Και κυρίως απολαμβάνω τη ζωή, μη νομίζετε… Δε μου ξεφεύγει κανένας, ούτε οι άντρες ούτε οι γυναίκες. Και κάνω χοντρές φάρσες, πολλά γέλια… Έτσι αποζημιώνομαι για όλους αυτούς τους μωρόσοφους που με κριτικάρουν, ότι δήθεν δεν ξεχωρίζω τη λογοτεχνία από τη ζωγραφική ή τη μηχανική. «Τα πάντα είναι επιστήμη, και η πρακτική απορρέει από τη γνώση». Τους τα ρίχνω, κι όποιον πάρει ο χάρος! Ακόμα και στο θέμα της ζωγραφικής. Γιατί εξακολουθώ να ζωγραφίζω, έστω και με αργούς ρυθμούς.
Μερικές φορές φτιάχνω δύο πίνακες αντί για έναν. Γκρινιάζουν επειδή καθυστερώ (πολλή δουλειά! Το ρεκόρ μου; Είκοσι πέντε χρόνια για την «Παρθένο των Βράχων») ή όταν απλώς αφήνω τον πίνακα μισοτελειωμένο, όπως, για παράδειγμα, τη «Λατρεία». Πάντως, έχω και γι’ αυτό μια θεωρία – ένας μισοτελειωμένος πίνακας είναι καλύτερος. Άλλωστε είναι της μόδας. Μάλιστα, έχει και όνομα, είναι ο «non-finito». Το να μην ολοκληρώνεις ένα έργο είναι ένας τρόπος να πεις ότι δεν πρέπει κανείς να πλησιάζει την τελειότητα, γιατί η τελειότητα ανήκει μόνο στο Δημιουργό, στον Θεό. Κι όμως, κι όμως! Όταν ολοκλήρωσα το «Μυστικό Δείπνο», κέρδισα την παγκόσμια αναγνώριση. Δυστυχώς, αυτή η νωπογραφία καταστρέφεται πολύ γρήγορα, διότι δοκιμάζω ένα σωρό ετερόκλητα υλικά, όχι και τόσο συνηθισμένα, για να τον ζωγραφίσω.
Το Μιλάνο όπου ζω βρίσκεται σε πόλεμο με τη Γαλλία, πράγμα που μου δημιουργεί πολλά προβλήματα. Για παράδειγμα, σκόπευα να φτιάξω ένα φοβερό έφιππο ανδριάντα του δούκα, αλλά έλιωσαν τον μπρούντζο για να κατασκευάσουν κανόνια. Το 1499 αναγκάζομαι να φύγω από το Μιλάνο, διότι ο αγαπητός μου Λουδοβίκος ο Μαύρος ηττάται. Έτσι, καταλήγω να πουλάω τις συμβουλές και τις υπηρεσίες μου στη Φλωρεντία, στη Βενετία, στο Βατικανό… Σχεδιάζω ακόμα και γεωγραφικούς χάρτες. Επιπλέον, «με. τρελαίνει η ζωγραφική», παρόλο που αρχίζω να ζωγραφίζω την πιο διάσημη προσωπογραφία του κόσμου, την «Τζοκόντα». Επειδή ζω μέσα σε ένα κλίμα αβεβαιότητας, ψάχνω δουλειά παντού. Προτείνω ακόμα και στον Βαγιαζήτ, τον Τούρκο σουλτάνο, να του κατασκευάσω μια γέφυρα στο Βόσπορο, αλλά αυτός, ο ψηλομύτης, δεν καταδέχεται να μου απαντήσει. Γι’ αυτό και όταν το 1516ο Φραγκίσκος Α” μου προτείνει να με πάρει μαζί του οτη Γαλλία, πετάω τη σκούφια μου. Διότι έχω περάσει πλέον από το στάδιο της Μ.Π.Μ. στο στάδιο της Π.Μ. (παγκόσμιας μεγαλοφυΐας). Περίεργος, είμαι περίεργος για όλα τα πράγματα του κόσμου. Γιατί αυτό τελικά είναι η Αναγέννηση, περιέργεια. Όμως αυτό ακριβώς είναι και η μεγαλοφυΐα – να μη σταματάς ποτέ.
Στο Αμπουάζ, ο Φραγκίσκος Α” μου καταβάλλει 2.000 σκούδα -ολόκληρη περιουσία!- απλώς για να συνεχίσω τις έρευνές μου επί δύο χρόνια. Αχ, η Γαλλία! Οι μισθοί! Και η ασφάλεια της εργασίας!

