από τις μαθήτριες Τσιλεδάκη Μαρία, Χαλκιά Αρτέμιδα, Καρούτα Αρετή
Κατά τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922, όσοι πρόσφυγες σώθηκαν ήρθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές. Από αυτούς περίπου 2500 εγκαταστάθηκαν σε διάφορες περιοχές στην Αττική. Ανάμεσά τους πολλοί πρόσφυγες που προέρχονταν από τη Φώκαια της Μικράς Ασίας ήρθαν στο Χαϊδάρι. Στην αρχή οι ίδιοι και οι οικογένειές τους ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες διαβίωσης μέσα σε πρόχειρες παράγκες, τσαντήρια ή στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Οι περισσότεροι από αυτούς εργάστηκαν τον πρώτο καιρό στα χωράφια και τα εργοστάσια με πολύ φθηνό μεροκάματο. Όμως, περνώντας ο καιρός με την εργατικότητά τους, την ευφυΐα τους και τις γνώσεις τους κατάφεραν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και να ενταχθούν ομαλά στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας.
Οι πρόσφυγες μετέφεραν παράλληλα και την πλούσια πνευματική και πολιτιστική κληρονομιά της Μικράς Ασίας, που χάνεται στο βάθος των αιώνων, εμπλουτίζοντας την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση της Ελλάδας. Η ζωή τους ήταν διανθισμένη με ποικίλα λαογραφικά στοιχεία που αφορούσαν σχεδόν όλους τους τομείς της καθημερινότητάς τους. Στο συγκεκριμένο άρθρο θα παρουσιάσουμε τα ήθη και έθιμα του Πάσχα.
Στην Μικρά Ασία, όπως και οπουδήποτε υπήρχε ελληνισμός, το Πάσχα γιορτάζονταν με ευλάβεια και μεγαλοπρέπεια, χωρίς άμετρες διασκεδάσεις. Τα έθιμα των προγόνων μας είναι πολλά και διάφορα, άλλα κοινά για κάθε μέρος της Ελλάδας και άλλα μοναδικά, ανάλογα τον τόπο. Για τους Έλληνες της Μ. Ασίας, οι «εορτασμοί» του Πάσχα ξεκινούσαν το Σάββατο του Λαζάρου και έληγαν το Νιότριτο (την Τρίτη μετά το Πάσχα). Τα ήθη και τα έθιμα είναι αρκετά οικεία με τα σημερινά δικά μας. Το Σάββατο του Λαζάρου οι πιστοί επισκέπτονταν τα νεκροταφεία για το στόλισμα και την περιποίηση των τάφων. Αυτό συνέβαινε ως μία προσπάθεια για «ανάσταση» και συμμετοχή των νεκρών στις εκδηλώσεις της Λαμπρής, άμεσα συνδεδεμένη με τον συμβολισμό της ανάστασης του Λαζάρου. Την ίδια μέρα τα παιδιά γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά τραγουδώντας τα εγκώμια του Λαζάρου και οι νοικοκυρές τους έδιναν αυγά και «λαζαράκια» (ανθρωπόμορφα κουλουράκια ζυμωμένα με ζάχαρη, λάδι και κανέλα). Την Κυριακή των Βαΐων, όλοι οι πιστοί πήγαιναν στην εκκλησία για τα Νύφια (ακολουθία του Νυμφίου) και έπαιρναν μικρούς περίτεχνους σταυρούς πλεγμένους αριστοτεχνικά από φύλλα φοινικιάς. Το καθιερωμένο φαγητό της ημέρας αυτής ήταν τα ψάρια και οι σαλάτες σε αφθονία.
Στη συνέχεια ακολουθούσε η Μεγάλη Εβδομάδα, στη διάρκεια της οποίας η διακόσμηση των ναών μετατρεπόταν σε πένθιμη με μωβ και μαύρες κορδέλες. Η θρησκευτική μεγαλοπρέπεια έφτανε στο απόγειό της την Μεγάλη Παρασκευή, όπου κορίτσια, γυναίκες και παιδιά έσπευδαν στην εκκλησία με λουλούδια για τον στολισμό του επιταφίου. Την ημέρα εκείνη μικροί και μεγάλοι περνούσαν κάτω από το στολισμένο Ιερό Κουβούκλιο, για να πάρουν ευλογία. Παράλληλα, καλλίφωνες γυναίκες έψαλλαν ένα δραματικό μοιρολόι. Κατόπιν, ακολουθούσε η περιφορά του Επιταφίου που συνοδευόταν από τα κατανυκτικά εγκώμια. Σε όλα τα παράθυρα και στα πεζούλια των σπιτιών κάπνιζαν πήλινα και μπρούτζινα θυμιατά, ενώ οι γυναίκες έραιναν έξω στους δρόμους τους διερχόμενους επιτάφιους με χιώτικο ανθόνερο. Κύρια φαγητά της Μεγάλης Παρασκευής ήταν οι νερόβραστες φακές, που συμβόλιζαν τα δάκρυα της Παναγιάς, τα μαρούλια και οι κουκόμυτες (βλαστοί φρέσκων κουκιών), όλα χωρίς λάδι και βουτηγμένα σε μπόλικο ξίδι, σε ανάμνηση του όξινου που δοκίμασε ο Εσταυρωμένος Χριστός.
Με το πρώτο φως του Μεγάλου Σαββάτου, το κλίμα άλλαζε εντελώς. Στους δρόμους επικρατούσαν φωνές, κίνηση και φασαρία μιας και όλοι έσπευδαν να ολοκληρώσουν τις προετοιμασίες για την ημέρα της Λαμπρής. Στους ναούς, κατά την πρώτη Ανάσταση, οι ιερείς, αλλά και το εκκλησίασμα, έκαναν μεγάλο θόρυβο χτυπώντας δυνατά ό,τι μπορούσε να βγάλει ήχο (στασίδια, πόρτες κ.ά.), κουνούσαν τους πολυελαίους και έραιναν με νεραντζόφυλλα τους πιστούς. Μάλιστα, ενδεικτική είναι η φράση που μας ακολουθεί μέχρι σήμερα «έγινε το ανάστα ο Κύριος».
Τη βραδιά της Ανάστασης, οι ναοί ήταν κατάμεστοι από τους πιστούς που περίμεναν το Άγιο φως και την Ανάσταση του Χριστού. Για τους υπόδουλους Μικρασιάτες, όταν ακόμα βρίσκονταν στις πατρογονικές τους εστίες, η στιγμή αυτή συμβόλιζε και μια άλλη ανάσταση. Έβρισκαν την ευκαιρία να εκφράσουν θορυβωδώς τον άσβεστο πόθο για λευτεριά, αγνοώντας πλήρως την παρουσία των επισήμων τουρκικών αρχών κατά τη μεγάλη αυτή χριστιανική γιορτή. Μετά την εκκλησία, επέστρεφαν στο σπίτι όπου οι οικογένειες έτρωγαν σούπα αυγολέμονο, τηγανητά εντόσθια, μυζήθρες και τσουγκρισμένα, κόκκινα αυγά. Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονίσουμε πως η μαγειρίτσα ήταν παντελώς άγνωστη στην Ελλάδα πριν το 1922. Η μέρα της Λαμπρής ξημέρωνε άκρως γιορτινή και χαρούμενη. Οι δρόμοι πλημμύριζαν από γέλια, ευχές και αυτοσχέδια γλέντια γεμάτα νόστιμα, πασχαλινά εδέσματα.
Τα περισσότερα από αυτά τα έθιμα αναβιώνουν κάθε χρόνο μέχρι σήμερα, θυμίζοντάς μας πως ο ελληνικός πολιτισμός είναι κάτι βαθιά ριζωμένο μέσα μας, που δύσκολα θα αλλάξει στην πάροδο των χρόνων.


