Φανταστικές ιστορίες

Γράψαμε τις δικές μας παραμυθοιστορίες και τις εικονογραφήσαμε.

 

Μια καινούρια ζωή

Κάποτε μια οικογένεια λύκων μεγάλωσε μια ακρίδα. Κάποιοι παγιδευτές την άρπαξαν και την οδήγησαν σε ένα τσίρκο, για να την εκπαιδεύσουν. Η ακρίδα φυλακισμένη τότε δάγκωσε το πόδι του εκπαιδευτή. Εκείνος πόνεσε και άφησε από τα χέρια του την ακρίδα έτσι αυτή ξεγλίστρησε και πέρασε απ΄ το δωμάτιο των λιονταριών στων στρουθοκαμήλων.

Οι στρουθοκάμηλοι σταμάτησαν την ακρίδα και της έδωσαν ένα σπίρτο και μια ομπρέλα. Μετά πήδηξε  και αστραπιαία έφτασε στο δάσος κι άκουσε τα ουρλιαχτά των λύκων. Οι λύκοι δεν την θυμόντουσαν, γιατί ήταν πεινασμένοι και όρμηξαν να την φάνε.FAIDRA1

Η ακρίδα βγάζει το σπίρτο που είχε μαζί της και ανάβει μια γιγαντιαία φωτιά που τους περικύκλωσε. Έτσι η ακρίδα και πάλι είναι ελεύθερη να συνεχίσει τη ζωή της.

 

Στο δFAIDRA2 - Αντίγραφορόμο της συνάντησε μια ακρίδα που την ερωτεύτηκε με την πρώτη ματιά. -      Γεια σου με λένε Τζότζο. -      Γεια σου με λένε Μαριάννα. Αγκαλιάστηκαν και ξεκίνησαν για να χτίσουν την καινούρια τους ζωή.  Προχωρώντας     συναντήθηκαν με ένα καγκουρό και με πεταλούδα. Αμέσως έγιναν η ομάδα Μπου Μπου Τσα που ήθελε να ζήσει όλη μαζί. Η παρέα ενωμένη συνέχισε μέχρι που έφτασε στο ποτάμι με τους κροκόδειλους. Σκεφτόταν πώς να περάσει αυτό το επικίνδυνο εμπόδιο; Τότε πήραν την ομπρέλα κι όλοι μαζί πιάστηκαν από το χερούλι και πέρασαν το ποτάμι.

 

 

FAIDRA3Εκεί εμφανίστηκε ο Σπάιντερμαν και ο Παπουτσωμένος Γάτος και τους είπανε θα σας        βοηθήσουμε εμείς. Ο Παπουτσωμένος Γάτος πήδηξε στο κοντινό δέντρο με ένα άλμα κι έφτασε στην άλλη πλευρά της λίμνης. Λύγισε το δέντρο και κάνοντάς το γέφυρα πέρασαν στην απέναντι όχθη του ποταμού.

FAIDRA4

Ένας ζωγράφος με το καβαλέτο του δημιουργούσε έναν πανέμορφο πίνακα και μπήκαν μέσα και έζησαν ονειρεμένη ζωή.

 

 

 

 

                                                                                                              

                                                     Βικτώρια Ο. Φ.– Κωνσταντίνος  Γ.– Νάσια Ρ. – Φαίδρα Κ.

 

 

 

Ο γύρος του κόσμου μιας περίεργης ακρίδας

Μια φορά κι ένα καιρό μια ακρίδα ήθελε να γυρίσει τον κόσμο. Ζούσε στο Λονδίνο δίπλα στο Big Ben. Μια μέρα αποφάσισε λοιπόν να πάει με το τρένο στο Παρίσι . Έτρεξε, έφτασε στο σταθμό. Το τρένο αναχωρούσε σε λίγα λεπτά και επιβιβάστηκε χωρίς καθυστέρηση. Φτάνοντας ανέβηκε στον πύργο του Άιφελ. Θαύμασε το Παρίσι από ψηλά και κατεβαίνοντας πήγε στην πιο κοντινή μπυραρία για μια μπύρα.

Σωτήρης

Όταν την ήπιε πήγε να νοικιάσει      ένα αυτοκίνητο. Σε δυο μέρες βρέθηκε στο Πεκίνο. Μόλις έφτασε επισκέφτηκε το αρχαίο ναό του Ουρανού και έβγαλε μερικές φωτογραφίες.

 

Σωτήρης; ;;

Όμως ξαφνικά εμφανίστηκε ο Βούδας και λέει: -      Έξω απ΄το ναό μου παλιοκατσαρίδα! Ο Βούδας την κυνήγησε όμως αυτή κατάφερε να γλιτώσει και με ένα γιγάντιο πήδημα προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο. Πήρε το πρώτο αεροπλάνο για τη Μπραζίλια. Φτάνοντας στην έκδοση εισητηρίων άφησε κάτι ψιλά κι επιβιβάστηκε. Με το που πάτησε το πόδι της εκεί έτρεξε να προλάβει τον τελικό του μουντιάλ Βραζιλία –Αργεντινή. Ο επόμενος προορισμός της ήταν η Βαρκελώνη. Ήθελε να δει το μουσείο του Πικάσο. Η τελευταία στάση αυτού του μεγάλου γύρου του κόσμου ήταν το Τόκιο. Εκεί ήθελε να παρακολουθήσει ένα αγώνα σούμο. Αγόρασε λοιπόν μια πορτοκαλάδα και μπήκε στον αγωνιστικό χώρο. Καθώς όμως περνούσε ένας πολίτης από μπροστά της καταλάθος της έριξε την πορτοκαλάδα και αυτή χύθηκε στο χώρο της πάλης. Η πορτοκαλάδα απλώθηκε σαν ποτάμι κι ένας από τους παλαιστές γλίστρησε κι έχασε στον αγώνα. Όταν συνήλθε και κατάλαβε τι είχε συμβεί λέει στην ακρίδα : << Θα σε λιώσω βρομο-κατσαρίδα! >>  φώναξε έξαλλος ο ηττημένος παλαιστής κι άρχισε να την κυνηγάει. Η ακρίδα πήδηξε έξω και με πέντε πελώρια πηδήματα του ξέφυγε και επειδή πείνασε από το κυνηγητό μπήκε να φάει susi σε ένα susi bar. Βγαίνοντας  όμως από το μπαρ ο  παλαιστής την περίμενε. Η ακρίδα πιάνει την τσουγκράνα ενός οδοκαθαριστή, του ρίχνει μια και τον πετάει στον κεντρικό υπόνομο. Ο υπόνομος άδειαζε στη θάλασσα έτσι ο παλαιστής που δεν ήξερε μπάνιο πνίγηκε. Εκείνη τη νύχτα μεγάλο πανηγύρι έγινε στο Τόκιο!

Σωτήρης ;

Το επόμενο πρωί αγόρασε εφημερίδα και δεν πίστευε στα μάτια της. Το πρωτοσέλιδο έγραφε: << Ακρίδα σκότωσε τον πρωταθλητή στο σούμο της Ιαπωνίας >> . Ε! αυτή η ακρίδα έμεινε στην ιστορία του γένους της κι εμείς ζήσαμε καλά κι εσείς καλύτερα.                                    

 

                                                                                                                                                          Αναστάσης Β.  – Σωτήρης Π.

 

 

Το μυστήριο της χρυσής άμαξας

 

Mια φορά κι έναν καιρό ο νάνος Μπουτς παρουσίαζε το νούμερό του στο τσίρκο. Εμφανιζόταν στη σκηνή και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα εξαφάνιζε ό,τι ήθελε. Κανείς δεν τον έφτανε στα μαγικά. Το κόλπο του το είχε καλά κρυμμένο.

Μελινα 1

Ο Μπουτς δημιουργούσε προβλήματα με τις εξαφανίσεις του, γιατί δεν μπορούσε να τις ελέγχει.

Έλεγε θα εξαφανίσω ένα καπέλο ή ένα σκυλάκι κι εξαφάνιζε τον κύριο που είχε το σκυλάκι και το χειρότερο δεν μπορούσε να τον εμφανίσει. Όπως καταλαβαίνετε τα πράγματα έγιναν σοβαρά και την υπόθεση άρχισε να ερευνά ένας ντεντέκτιβ.

Mελίνα 2

Ο ντεντέκτιβ πήγε στο τσίρκο. Εκεί συνάντησε τον παπαγάλο τον Πιτ, το σύμβουλο του γέρο-Παύλου και είπε στο ντεντέκτιβ πώς ο νάνος έκλεψε από το γερο-Παύλο  τη μικρή, μαγική, χρυσή άμαξα που την είχε πάντα στην τσέπη του. Γι΄ αυτό είχε αυτή τη μοναδική δύναμη.

Κι εδώ αρχίζει η περιπέτεια της κλεμμένης άμαξας. Ο νάνος όταν κατάλαβε ό,τι ξεκίνησε το κυνηγητό μπήκε μέσα στην άμαξα κι εξαφανίστηκε. Τον έψαξαν παντού, δε μπορούσαν να τον βρουν.

Ο γερο – Παύλος τότε βλέπει στην πυξίδα του που του έδεχνε τα πάντα, πού βρισκόταν ο Μπουτς.

Ήταν κρυμμένος στο εργαστήρι του που είχε στήσει κάπου που δεν το έπιανε ανθρώπου μάτι. Ζούσε στην καρδιά του μοβ δάσους.

Ο ντεντέκτιβ με τη βοήθεια του παπαγάλου Πιτ έστησαν παγίδα να πιάσουν το Μπουτς.

Τον παρακολούθησαν και τον ακολούθησαν στο εργαστήρι του.

Ο Μπουτς είχε μια αδυναμία άφηνε την άμαξα πάντα στο παράθυρο του εργαστηρίου του, για να τη βλέπει. Έλα όμως που με το μεγενθυντικό  φακό την είδε και ο ντεντέκτιβ. Έμενε μόνο να την πάρει. Ο Πιτ τότε ανέλαβε να βοηθήσει. Πέταξε ως το ανοιχτό παράθυρο και με το ράμφος του την άρπαξε.

Από την άλλη μέρα ο Μπουτς έψαχνε για δουλειά.

 

                                                                                                                                                                                Δανάη Π.- Μελίνα Α.

 

 

Μυστηριώδης παπαγάλος 

Άγγελος-ήρωας 2

Τρεις φορές και δυο καιρούς μέσα σ΄ ένα βαρέλι ζούσε ένας νάνος. Σ΄αυτό τον τόπο ζούσε κι ένας παπαγάλος που κατοικούσε μέσα σε ένα βιολί.

Ο παπαγάλος κάθε τόσο κάπνιζε ένα πούρο που το άναβε με το ίδιο σπίρτο.

Μια μέρα την ώρα που κάπνιζε το πούρο του, το χέρι του άρχισε να μεταμορφώνεται σε πριόνι. To πούρο έπεσε  και άναψε φωτιά. Η φωτιά όλο και φούντωνε. Ο παπαγάλος άρχισε να καίγεται και φώναξε:

-     Βοήθεια! Βοήθεια! κουνώντας τα φτερά.

Άγγελος 1

Εδώ κάποιος να ΄ρθει να με σώσει. Η φωνή του όλο και δυνάμωνε, μέχρι που έγινε ουρλιαχτό. Το ουρλιαχτό έγινε πόνος και ο πόνος έγινε λιποθυμία.

Ο νάνος κοιμόταν κι ενώ ξύπνησε είδε λιπόθυμο τον παπαγάλο. Όταν συνήλθε του έδωσε ένα ασπρόμαυρο φτερό και ο νάνος εξαφανίστηκε στη στιγμή.

Άγγελος-ηρωες

Μια κουκουβάγια που παρακολουθούσε ό,τι γινόταν του έπιασε κουβέντα.

Εκείνη την ώρα περνούσε το τρένο. Ο παπαγάλος και η κουκουβάγια ανέβηκαν στο τρένο και μαζί τους ταξίδευαν ένας τυπάκος ντυμένος πειρατής που έπαιζε ακορντεόν , μια πλούσια γιαγιούλα που χόρευε με το ρυθμό. Στο δάχτυλό της άστραφτε ένα τεράστιο διαμάντι.

Άγγελος-ήρωας

Ο πειρατής μόλις το είδε πετάει ένα δίχτυ. Στο μεταξύ ο παπαγάλος κατάλαβε κάτι και λέει της κουκουβάγιας: << Κάτι συμβαίνει>>.                                                                                                                                  Άγγελος 2

Η κουκουβάγια έβγαλε ένα τόξο από την τσέπη της και ο παπαγάλος το φτερό του νάνου και μαζί τa τέντωσαν. Το φτερό ακούμπησε τον πειρατή κι αυτός έπεσε ξερός με τη γλώσσα έξω. Όλοι ζητωκραύγαζαν με το κατόρθωμά του.

Τότε ένας γέρος που ταξίδευε μαζί τους του ανέθεσε τον άθλο να πάνε στο όρος Πέλοποθ. ;Aγγελος ήρωας

Εκεί στη σπηλιά του Ανέμου θα βρεις ένα μπουκάλι με διαμάντια που το έκρυψα πίσω από ένα βράχο που απεικονίζει ένα αυγό.

Άγγελος-πειρατής

Αν τα καταφέρεις και μου το φέρεις τότε όλα για σένα αλλάζουν. Θα γίνεις ο βοηθός μου και για τις δυνάμεις σου και τα κατορθώματά σου θα δοξαστείς…

                       

                                                                                                                                       Άγγελος  Λ.-  Χαρά Π.

 

 

Ο Πορτοκάλης και ο Τσάρλι

 

Σ΄ ένα νησί χωρίς μελωδίες ζούσε ο νάνος Τσάρλι. Αυτός δεν έπρεπε να παίξει βιολί, γιατί θα καλούσε τον εχθρό του, τον πειρατή που μισούσε τη μουσική. Ο πειρατής Πορτοκάλης με τη μουσική ηρεμούσε πολύ, τον μάγευε και τον παρέσυρε. Έτσι δεν μπορούσε να επιτίθεται στα καράβια και να κλέβει ό,τι πολύτιμο έβρισκε.

Αποστολή του νάνου ήταν να φτιάξει ένα μουσικό διαμάντι με όλες τις μελωδίες του πλανήτη.     βασίλης 4jpg

Το διαμάντι αυτό θα έπρεπε να πάρει από το σεντούκι του Πορτοκάλη και να το κατασκευάσει στο εργαστήριό του. Στο μεταξύ βγήκε μια βόλτα στο δάσος να σκεφτεί τι τρόπο να βρει να μπει μέσα στο εργαστήριό του. Ενώ σκεφτόταν αυτά κάθισε κάτω από ένα δέντρο. Ένας παπαγάλος του έπιασε την κουβέντα κι έγιναν φίλοι.

Αποχαιρετώντας τον ο παπαγάλος του έδωσε ένα βραχιόλι που θα γινόταν αόρατος, όταν το ήθελε. Επίσης του χάρισε ένα κοπίδι κι ένα κλειδί.

Βασίλης 1

Την άλλη μέρα ο νάνος τρύπωσε στο εργαστήρι του Πορτοκάλη την ώρα που κοιμόταν. Έψαξε, το βρήκε και άρχισε να το κόβει με τα ειδικά εργαλεία που του έδωσε ο παπαγάλος.

Απ΄ το θόρυβο όμως ξύπνησε ο Πορτοκάλης τον απείλησε με ένα πιστόλι που πετούσε πορτοκάλια απ΄αυτό πήρε το όνομά του.

Βαασίλης 2

Τότε ο νάνος φόρεσε το βραχιόλι κι έγινε αόρατος. Όπου κι αν έψαχνε ο πειρατής για να τον βρει, δεν τα κατάφερε.

Έτσι ολοκλήρωσε το στόχο του στο εργαστήριο του Πορτοκάλη. Όταν το έπιασε στα χέρια του το αγαπημένο του κόσμημα αυτό έπαιξε μουσική. Το άκουσμα άρχισε να του αρέσει και να τον γαληνεύει.

Βασίλης 3

Ένιωσε να μεταμορφώνεται κι από τότε Πορτοκάλης  έγινε το δεξί χέρι του Τσάρλι.


                                                                                                                                                                         

 

                                                                                                                                                                      Βασιλεία Ρ. – Βασίλης Σ.

 

 

To πνεύμα της ακρίδας

 

 

Μια φορά κι έναν καιρό μια ακρίδα επιθυμούσε να πάει σε ένα χημικό, να της κάνει ένα πείραμα για να βλέπει το μέλλον. Μπήκε λοιπόν σε ένα τρένο και ξεκίνησε για τη χώρα των Πειραμάτων κάτι θα έβρισκε εκεί.

Εκεί ζούσε ένας σοφός νάνος Οζ που θα της έλεγε πώς θα τα καταφέρει.

Πριν μπει στο τρένο ένας παπαγάλος της έδωσε μια πολύχρωμη ομπρέλα και της είπε :

-      Πάρτη θα την χρειαστείς στο ταξίδι σου, όταν δυσκολευτείς.

Μάιρα 1

 

Η ακρίδα κατέβηκε από το τρένο έξω από ένα αγροτόσπιτο. Εκεί ζούσε ένας κλέφτης με τη συμμορία που παρουσιάζονταν σαν αγρότες. Όταν την είδαν την καλωσόρισαν στο αγροτόσπιτό τους.

 

Εκείνη μπαίνοντας πρόσεξε ότι υπήρχαν πολλά σεντούκια και κάτι της φάνηκε παράξενο και επικίνδυνο στην ατμόσφαιρα.

Τότε άνοιξε την ομπρέλα της έγινε αόρατη κι έφυγε μακριά χωρίς να την καταλάβουν.

Περπάτησε, περπάτησε και κουράστηκε και ήθελε νερό για να πιει.              Μάιρα 2

 

 

Εκεί που έψαχνε για να ξεδιψάσει συνάντησε ένα δράκο. Αυτός της πέταξε φωτιά και τη σκότωσε.

Μάιρα 3

 

Το πνεύμα όμως της ακρίδας πήρε το πνευματικό τρένο, συνέχισε το ταξίδι της κι έφτασε στον προορισμό της. Βρήκε τον επιστήμονα που έψαχνε και της έδωσε ένα γαλάζιο υγρό που μπορούσε μέσα από αυτό έβλεπε ό,τι ήθελε.

Mελισάνθη 4jpg

 

                   

                                                                                                                                                                 

 

 

 

                                                                                                                                               

                                                                                                                                               Αλέξης  Κ. – Αντζελίνα Ρ. – Μάιρα Β.

 

 

 

Η πανέξυπνη ακρίδα

Ένας νάνος ρώτησε τη μαμά του, αν μπορεί να πάει στο τσίρκο με τους φίλους του. Η μαμά του τού είπε πολύ απλά << Όχι>>, γιατί είχε δει ένα κακό όνειρο.

Αυτός όμως κρυφά το απόγευμα πήγε στο τσίρκο να δει την παράσταση. Όταν τελείωσε έγινε κλήρωση και ο τυχερός θεατής ήταν ο Πάνος που  κέρδισε δώρo μια ακρίδα.

Nικόλας 1

Όταν γύρισε σπίτι του είδε τη μαμά του να κοιμάται και υποψιάστηκε ότι κάτι περίεργο έγινε, γιατί δεν μπορούσε να την ξυπνήσει επίσης έλειπε και το βιολί του. Το βιολί αυτό του το χάρισε ο παππούς του ο Βαγγέλης. Η μουσική του ηρεμούσε τον καθένα. Όποιος το έπαιζε ήταν σαν να κρατούσε ένα μαγικό ηρεμιστικό για τα πάντα.

Νικόλας 2

Τότε θυμήθηκε την ακρίδα ανέβηκε πάνω της και άρχισαν να ψάχνουν αυτόν που την είχε υπνωτίσει.

Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει και μετά από τρεις μέρες φτάνει στο Λουνα Πάρκ της  Βιέννης. Βλέπει κάποιο που διάβαζε εφημερίδα και έμοιαζε με τύπο πολύ διαβασμένο. Δεν ήταν άλλος από τον πειρατή Σκρουτζ που προσπαθούσε χρόνια να κλέψει το βιολί.

Νικόλας 3

Η μαγική μουσική του θα ήταν όπλο στα χέρια του Σκουτζ, γιατί αυτή έλυνε κάθε πρόβλημα.

Η φίλη του, η ακρίδα είπε στο νάνο πως αυτός ήταν ο ύποπτος. Τον παρακολούθησαν κι αυτός ανέβηκε στο τρενάκι του τρόμου.

 

1ο τέλος

Η ακρίδα μπήκε στο δπλανό βαγόνι κι όπως περνούσε το τρένο πάνω από το φαράγγι τον σπρώχνει, γκρεμίζεται και τραυματίζεται. Ο νάνος τον μετέφερε στο νοσοκομείο της πόλης. Του βάλανε το κεφάλι στο γύψο. Όταν έγινε καλά ευχαρίστησε τον Πάνο που τον έσωσε και του έδωσε το βιολί.  Η μαμά του Πάνου ξύπνησε ακούγοντας τη γλυκιά μουσική του. Πάνος και Σκρουτζ έγιναν αχώριστοι φίλοι.

Nικόλας  4

 

 

 

 

2ο τέλος

Ο πειρατής ανέβηκε στο τρένο  και ο Πάνος τον ακολούθησε. Μπήκε στο βαρέλι χωρίς να δει ότι ήταν γεμάτο κρασί και πνίγηκε. Τότε ο Πάνος έσκασε στα γέλια που γλίτωσε από ένα θανάσιμο εχθρό.

Νικόλας. 5jpg

 

                     

 

 

                                                                                                        

                                                                                                           Μαρίζα Α. – Νεφέλη Τ.- Νικόλας Σ.

 

 

Το κυνηγητό του παπαγάλου

 

Μια παπαγαλίνα δεν άφηνε το παιδί της να βγει έξω από το σπίτι, για να μην το βρουν οι κυνηγοί και το πιάσουν.

Mελισάνθη 1

Μια μέρα όμως την παράκουσε και το έσκασε. Πήγε προς το ηφαίστειο χωρίς να το ξέρει.

Εκεί ήταν μια παρέα κυνηγών. Μέσα σε λίγα λεπτά έγινε η έκρηξη και οι κυνηγοί έφυγαν γρήγορα.

Ο παπαγάλος κινδύνευε μιας και πετούσε πάνω ακριβώς από το ηφαίστειο. Και τότε σαν θαύμα μια φίλη του, η Παπαλίζα που περνούσε από κει τον είδε κοντά στο ηφαίστειο και ανησύχησε πολύ. Ξαφνικά σαν ηρωίδα πετάχτηκε ορμητικά μέσα στους πυκνούς καπνούς, τον έσωσε και τον οδήγησε σε μια σπηλιά, για να γλιτώσουν.

Μελισάνθη 2

Πετώντας πάνω από το δάσος κάθισαν να ξεκουραστούν στο σπίτι των 7 νάνων. Τους αφηγήθηκαν την περιπέτειά τους και οι νάνοι τους έδωσαν το καθρεφτάκι και το μήλο  της μητριάς της Χιονάτης.

Τους ευχαρίστησαν και συνέχισαν το δρόμο τους για το σπίτι τους. Δρόμο παίρνουν δρόμο αφήνουν ώσπου φτάνουν σε μια σπηλιά. Εκεί ζούσε μια τρομακτική αρκούδα.

 

Mελισάνθη 3

 

Γυρίζοντας από τη βόλτα της πεινασμένη και κουρασμένη έκλεισε το άνοιγμα της σπηλιάς φυλακίζοντας τον παπαγάλο και τη φίλη του, Παπαλίζα.

Τότε της έριξαν το μήλο να το φάει και αμέσως ναρκώθηκε. Πώς θα μετακινούσαν όμως το βράχο να βγουν έξω;

Δεν το ΄βαλαν κάτω προσπαθούσαν να σκεφτούν κάτι να γλιτώσουν. Και ξαφνικά η Παπαλίζα ακουμπάει το καθρεφτάκι και λέει:

-      Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου  θέλω να βγούμε έξω.

Αμέσως ο βράχος μετακινείται και οι δυο παπαγάλοι με ένα πέταγμα το ΄σκασαν.

Όταν ξύπνησε η τρομακτική αρκούδα έψαχνε να φάει κάτι, αλλά δε βρήκε κανένα μεζεδάκι. Θυμωμένη όρμηξε έξω από τη σπηλιά, αλλά οι παπαγάλοι ήταν ήδη στη μαμά της Παπαλίζας που καταχάρηκε όταν τους είδε. Ο παπαγάλος έκανε πρόταση γάμου  στην καλή του κι αποφάσισαν να ζήσουν μαζί για την υπόλοιπη ζωή τους. Κι έζησαν αυτοί καλά κι ευτυχισμένα.

                                                                                                                               Γιάννης  Π.– Δάφνη Γ. – Μελισάνθη Μ.

 

 

Τα κατορθώματα της Τίνας

 

Μια φορά κι έναν καιρό στη Zωούπολη μια ακρίδα που την έλεγαν Τίνα οδηγούσε το τρένο του χωριού. Έκανε με χαρά τη δουλειά της κι όλα τα ζώα του δάσους την αγαπούσαν, γι αυτό και την είχαν ανακηρύξει και αρχηγό της γειτονιάς. Μόνο σε ένα ζώο δεν άρεσε αυτή διάκριση στη Λουλού την αλεπού που δούλευε μαζί της στο τρένο.

Γεράσιμος 1

Η ακρίδα έτρεχε με τη μηχανή της γρήγορα παντού και βοηθούσε όποιον είχε ανάγκη. Με την τσουγκράνα της καθάριζε όλους τους δρόμους του δάσους που έκλειναν από τα φυτά που μεγάλωναν.

Μια μέρα λοιπόν η ακρίδα καθώς γύριζε στο σπίτι της πέρασε από το φίλο της τον  Τίτο τον παπαγάλο και τον βρήκε να κλαίει.

-      Τι έχεις και κλαις;

-      Τίνα, μου κατέστρεψε το σπίτι μου ένα πριόνι.

Η Τίνα  αναλαμβάνοντας αμέσως δράση με το ακορντεόν της έπαιξε μουσική, για να μαζέψει όλα τα ζώα. Ήθελε να τους μιλήσει για το κακό πριόνι.

Τα ζώα μαζεύτηκαν στο ξέφωτο κι είπαν στην Τίνα ότι το πριόνι είναι της Λουλούς. Όλοι αποφάσισαν να απομακρύνουν όποιον τους κατέστρεφε την ηρεμία τους. Έτσι  υποσχέθηκαν να συλλάβουν αυτό το κακό πριόνι.

Η Τίνα είχε πάντα στην τσέπη της ένα σπίρτο που το άναβε τις κρύες μέρες, για να ζεσταθεί, αλλά όχι μόνο. Η φλόγα του είχε τη δύναμη να καταπίνει ό,τι έβρισκε μπροστά της. Όπως καταλαβαίνετε η φλόγα κατάπιε το πριόνι όταν το βρήκε να κόβει το δεντρόσπιτο του σκίουρου.

Γεράσιμος 2

Μετά από τη δεύτερη αυτή τρικλοποδιά δυο αρκούδες συνέλαβαν τη Λουλού και την πήγαν για ανάκριση στον πάνθηρα.

Η Τίνα ευχαριστημένη που τελείωσε τη δουλειά της άλλη μια φορά με επιτυχία, διασκέδασε τους φίλους της στο δάσος λέγοντάς τους παραμύθια.

 

                           

 

           

                                                                                                                               

                                                                                                                                                                                     Γεράσιμος Μ. – Σοφία Ζ.

 

Οι απίστευτες μάχες του νάνου

 

Mια φορά κι έναν καιρό σ΄ένα δάσος ζούσαν μαγικά πλάσματα νεράιδες, πρίγκιπες, ξωτικά και νάνοι. Σ΄ένα σπιτάκι ζούσε μια οικογένεια νάνων.                                                                                    Έφη 1

Ο μικρότερος νάνος ήθελε να γνωρίσει καινούριους τόπους, όμως τ΄ αδέρφια του δεν τον άφηναν κι αυτός τους είπε:

-      Βαρέθηκα θέλω να ταξιδέψω. Κανένας δε θα με επηρεάσει σ΄ αυτή μου την απόφαση. Το μόνο που δεν τους είπε είναι το πότε θα ξεκινούσε.

 

Τίμος 2

Την άλλη μέρα το πρωί έφυγε. Περπάτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες ώσπου κουράστηκε και κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο που ήταν το σπίτι του παπαγάλου του Μαυρογένη.

Την επόμενη μέρα το πρωί ο Μαυρογένης όταν ξύπνησε είδε το νάνο και του έπιασε κουβέντα. Του μίλησε για την απειλή του δάσους από τον πειρατή Λογκ Τζον Σίλβερ και του έδωσε ένα διαμάντι που όποιος το ακουμπούσε θα γινόταν αόρατος σε πέντε δευτερόλεπτα.

Ο Μαυρογένης τότε του είπε:

-      Αν κάνεις 20 βήματα μπροστά θα βρεις την καλύβα του πειρατή. Ο Ήλιος είχε φυλακίσει τον πειρατή, γιατί ήθελε να κάψει το δάσος.  Τίμος Έφη 3

Ο νάνος όμως πληροφορημένος από τον παπαγάλο για τις προθέσεις του πειρατή αποφάσισε να τον αποδυναμώσει.

Με τη μελωδία του ακορντεόν ο πειρατής κατάφερε να μαζέψει κοντά του όλους τους συντρόφους του από το καράβι χωρίς να το αντιληφθεί ο Ήλιος. Ο Ήλιος δεν είχε ακούσει τον πειρατή να παίζει το ακορντεόν, γιατί στην τελευταία μάχη με τον πειρατή τον είχε δηλητηριάσει με υπνωτικό.

ΤΊΜΟς 4

Οι πειρατές οδήγησαν το νάνο στο καράβι και έπεσαν σε μια τρομερή φουρτούνα με ανεμοστρόβιλους που το καράβι μια βυθιζόταν και μια εμφανιζόταν στην επιφάνεια της θάλασσας.

Μετά έφτασαν στο νησί των πειρατών. Ο νάνος γίνεται αόρατος και το σκάει. Περπάτησε δυο μέρες. Ξαφνικά βρίσκει ένα γεροντάκι που παλιά ήταν προδότης ήταν ο Σόγερ Σιντ και άνοιξε το θέμα: για το πώς θα εκδικηθεί τον πειρατή. Του είπε ότι πρέπει να σπάσει το ακορντεόν ο νάνος.

Ο νάνος έγινε αόρατος και ο παπαγάλος τσίμπαγε τον πειρατή στο κεφάλι όσο ο νάνος έπαιρνε το ακορντεόν και το΄σπασε.

Ο πειρατής τηλεκατευθύνθηκε στη φυλακή.

 

                                                                                                                                                                                     Έφη Ζ.- Τίμος Τ.

 

 

 

 

Σχολιάστε

Top