Επιµέλεια έκδοσης:
Νίκος Γεωργιάδης, Μαρία ∆εδάκη, Νάνσυ Κουταβά, Παναγιώτης Λατσούδης, Ελένη
Σβορώνου, Μαρίνα Συµβουλίδου.
Αυτό το ένθετο δηµιουργήθηκε στο πλαίσιο του προγράµµατος « Γνωρίζω,
Συµµετέχω, Προστατεύω» που υλοποίησε το WWF σε συνεργασία µε την τράπεζα
EFG Eurobank Εργασίας.
Αυτή η έκδοση θα πρέπει να αναφέρεται στην εκάστοτε βιβλιογραφία ως εξής:
Απλαδά Ε., Γεωργιάδης Ν., ∆εδάκη Μ., Κουταβά Ν., Λατσούδης Π., Μαραγκού Π.,
Σβορώνου Ε., Συµβουλίδου Μ., Τζηρίτης Η., & Χριστόπουλος Χ., 2007: « Πρόγραµµα
Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης για τις Προστατευόµενες Περιοχές, το Παράδειγµα της
Πάρνηθας».
WWF Ελλάς, Αθήνα.
Περιεχόµενα
Εισαγωγή 3
∆άσος και φωτιά 4
Είδη δασικών πυρκαγιών- Η πυρκαγιά στην Πάρνηθα 5
Μέτρα πρόληψης των δασικών πυρκαγιών 6
Επίδραση της πυρκαγιάς στους οικότοπους 7
Επίδραση στη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής 8
Η φυσική διαδοχή της βλάστησης µετά τη φωτιά 10
Επίλογος 11
Επιπτώσεις στο µικροκλίµα της Αττικής 11
Γενικότερες επιπτώσεις των πυρκαγιών στον άνθρωπο 12
Χρήσιµες συµβουλές 13
Εισαγωγή
Αγαπητοί εκπαιδευτικοί,
Το ελληνικό καλοκαίρι του 2007 ήταν ίσως το χειρότερο των τελευταίων δεκαετιών. Ζωές και
περιουσίες χάθηκαν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες στρέµµατα δασικών εκτάσεων κάηκαν µέσα
σε λίγες µόνο ηµέρες. Ανυπολόγιστες ζηµιές προκλήθηκαν σε πολύτιµα δάση και εθνικούς
δρυµούς.
Οικότοποι των περιοχών της Πρέσπας, της Πίνδου, του Αίνου, του Εθνικού ∆ρυµού
Πάρνηθας, του Πηλίου, της Πελοποννήσου, της Εύβοιας θα χρειαστούν πολλά χρόνια για
να ανακάµψουν, κάποια ίσως να µην επανέλθουν ποτέ στην κατάσταση την οποία
βρίσκονταν. Στον Εθνικό ∆ρυµό της Πάρνηθας κάηκαν συνολικά περίπου 50.000 στρέµµατα
από τα οποία τα 20.000 ήταν ελατοδάσος.
Η Πάρνηθα δεν είναι απλά ένα βουνό της Αττικής, αλλά, ουσιαστικά, ήταν ο πιο σηµαντικός
πνεύµονας πρασίνου της. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι µέχρι να ανακάµψει το οικοσύστηµά της,
όλοι θα νιώσουµε τις άµεσες συνέπειες στο µικροκλίµα της Αττικής και κατά συνέπεια στην
καθηµερινότητά µας (άνοδος της θερµοκρασίας, πληµµυρικά φαινόµενα, αύξηση της
ατµοσφαιρικής ρύπανσης κ.α.).
Το ένθετο που κρατάτε στα χέρια σας δηµιουργήθηκε µετά τις τελευταίες δυσάρεστες εξελίξεις
και αποτελεί µέρος του πακέτου της περιβαλλοντικής εκπαίδευσης για τον Εθνικό ∆ρυµό της
Πάρνηθας που είχε ετοιµαστεί από το WWF Ελλάς και εφάρµοζε για χρόνια στο απέραντα
καταπράσινο (τότε) βουνό. Στόχος του είναι να δώσει µια γενικότερη εικόνα για το θέµα των
πυρκαγιών και ειδικότερα για τα αποτελέσµατα της µεγάλης πυρκαγιάς στον Εθνικό ∆ρυµό
της Πάρνηθας. Αναλυτικότερα, στο ένθετο ακολουθούν τα εξής κεφάλαια:
⇒ Εισαγωγή
⇒ ∆άσος και φωτιά
⇒ Είδη δασικών πυρκαγιών- Η πυρκαγιά στην Πάρνηθα
⇒ Μέτρα πρόληψης των δασικών πυρκαγιών
⇒ Επίδραση της πυρκαγιάς στους οικότοπους
⇒ Επίδραση στη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής
⇒ Η φυσική διαδοχή της βλάστησης µετά τη φωτιά
⇒ Επίλογος
⇒ Επιπτώσεις στο µικροκλίµα της Αττικής
⇒ Γενικότερες επιπτώσεις των πυρκαγιών στον άνθρωπο
⇒ Χρήσιµες συµβουλές
Τέλος θα θέλαµε να σας ενηµερώσουµε ότι στην ιστοσελίδα του WWF Ελλάς (www.wwf.gr)
υπάρχει υλικό που µπορείτε να χρησιµοποιήσετε για την περιβαλλοντική εκπαίδευση, ενώ
µπορείτε να δανειστείτε πακέτα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης από τα γραφεία µας
(Φιλελλήνων 26, Αθήνα, τηλ. 210 3314893). 4
∆άσος και φωτιά
Πολλές φορές έχουµε ακούσει ότι οι πυρκαγιές αποτελούν, ως ένα σηµείο,
φυσικό φαινόµενο. Ιδιαίτερα για τα µεσογειακά ή µεσογειακού τύπου
δάση και θαµνώνες. ∆έντρα που κυριαρχούν σήµερα σε αυτές τις
περιοχές, όπως η Χαλέπιος και η Τραχεία Πεύκη, αλλά και θάµνοι
όπως λαδανιές, πουρνάρια και ρείκια, έχει αποδειχθεί ότι, όχι µόνο
επανέρχονται µετά από µια φωτιά, αλλά είναι είδη που ευνοούνται από
αυτήν, αφού από τη µια τα βοηθά να αναγεννηθούν και από την άλλη
εκτοπίζει τους ανταγωνιστές τους. Γι’αυτό ονοµάζονται από κάποιους
«πυράντοχα» ή ακόµη και «πυρόφιλα» είδη!
Υπάρχουν δύο µορφές φυτών που αντέχουν ή ακόµη κι «επιζητούν» τη φωτιά:
α) Τα παθητικά πυρόφυτα, τα οποία αντέχουν τις υψηλές θερµοκρασίες. Συνήθως τα είδη
αυτά δείχνουν υψηλή αντοχή λόγω του φλοιού τους (εξαιρετικά παχύς, όπως η φελλοφόρος
δρυς) ή γιατί έχουν σκληρό ξύλο (π.χ. ίταµος).
β) Τα ενεργητικά πυρόφυτα, τα οποία καίγονται εύκολα, αλλά φυτρώνουν εξίσου εύκολα. Για
παράδειγµα το πουρνάρι, η άρκευθος και ο σχίνος παράγουν µετά τη φωτιά
παραβλαστήµατα και ριζοβλαστήµατα από τη βάση του κορµού. Η ταχύτητα µε την οποία
αναπτύσσονται µετά από πυρκαγιά είναι τόσο µεγάλη που πολλές φορές σε µία βλαστική
περίοδο τα νέα κλαδιά φθάνουν σε ύψος µέχρι και το 60% των παλαιότερων.
Στα ενεργητικά πυρόφυτα ανήκουν επίσης είδη των οποίων η εξάπλωση των σπόρων τους
διεγείρεται από τη φωτιά. Τέτοια για παράδειγµα είναι η Χαλέπιος Πεύκη, η Τραχεία Πεύκη και η
Κουκουναριά, θερµόβια είδη κωνοφόρων δέντρων από τα οποία αποτελείται το µεγαλύτερο
ποσοστό των µεσογειακών δασών και κατά συνέπεια και των δικών µας. Είναι πράγµατι
εντυπωσιακό πως, ενώ στα περισσότερα φυτά οι ώριµοι καρποί πέφτουν σύντοµα στο
έδαφος, στα θερµόβια πεύκα συµβαίνει κάτι πολύ διαφορετικό. Το 30% των ώριµων κώνων
(κουκουναριών) παραµένει κλειστό για 5-10 χρόνια. Μετά το ξέσπασµα της φωτιάς, τα
κουκουνάρια ανοίγουν λόγω της θερµότητας και χιλιάδες σπόροι έχουν την ικανότητα να
παρασυρθούν µέχρι και 100 µέτρα µακριά!
Αναµφίβολα, η φωτιά διευκολύνει τα πυράντοχα είδη, όπως αυτά που αναφέρθηκαν
παραπάνω. ∆εν µπορούµε να πούµε ότι ισχύει το ίδιο και για άλλα είδη και κυρίως για τα
έλατα. Το έλατο είναι ψυχρόβιο είδος, χρειάζεται δηλαδή σκιά, υγρασία & χαµηλή
θερµοκρασία για να µπορέσει να αναπτυχθεί. Σε γυµνό έδαφος είναι αρκετά δύσκολο να
αναγεννηθεί, αφού η επιφάνεια των γυµνών εδαφών αποξηραίνεται πολύ γρήγορα και τα
µικρά αρτίφυτρα µε την µικροσκοπική ρίζα τους αδυνατούν να επιβιώσουν. Ένα άλλο
χαρακτηριστικό των ελάτων είναι ότι οι κώνοι τους ωριµάζουν τον Οκτώβριο, πολύ
αργότερα δηλαδή από την θερινή περίοδο «υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές». Ουσιαστικά, οι
ελατόσποροι είναι άγουροι όταν συµβεί µια πυρκαγιά το καλοκαίρι. Ακόµη δηλαδή και εάν
γλίτωναν από την φωτιά, θα ήταν αδύνατον να φυτρώσουν µετά.
Γενικά, η πυρκαγιά πάντα προκαλεί απώλειες και προβλήµατα στο δασικό οικοσύστηµα και
ιδιαίτερα στο δασογενές περιβάλλον που χάνεται για αρκετά τουλάχιστον χρόνια. 5
Συγκεκριµένα υπάρχει υποβάθµιση ή αλλαγή στην παραγωγικότητά του, στη χλωρίδα στην
πανίδα αλλά και στα µικροκλίµατα των γύρω περιοχών.
Όπως προαναφέρθηκε ωστόσο, υπάρχει ελπίδα ανάκαµψης του δασικού οικοσυστήµατος,
όταν δεν επέµβει σε αυτό ο άνθρωπος µε συχνές πυρκαγιές, εντατική βόσκηση, εκχερσώσεις
και οικοπεδοποιήσεις.
Είδη δασικών πυρκαγιών-Η πυρκαγιά στην Πάρνηθα
Για να προκληθεί µια φωτιά χρειάζονται τρεις παράγοντες: η θερµότητα, το οξυγόνο και η
καύσιµη ύλη. Σε περίπτωση που λείψει ένα από αυτά τα στοιχεία, η φωτιά σβήνει από µόνη
της.
Τις δασικές πυρκαγιές τις διακρίνουµε σε κάποιες κατηγορίες, ανάλογα
µε τη θέση τους στην επιφάνεια του εδάφους και τον τρόπο εξάπλωσής
τους.
Ας δούµε πιο αναλυτικά τα είδη των δασικών πυρκαγιών:
Πυρκαγιές εδάφους ή υπόγειες: Σε αυτή την περίπτωση καίγεται οργανική ύλη (ξερά φύλλα,
κλαδιά, βρύα κ.α.) που έχει συγκεντρωθεί κοντά στην επιφάνεια του εδάφους, ακόµη και
κάτω από αυτήν, αλλά βρίσκεται συνήθως σε στάδιο αποσύνθεσης. Στις πυρκαγιές
εδάφους µπορεί να υπάρχει καπνός, µπορεί όµως και να µην υπάρχει. Γενικά διαδίδονται
αργά και σε µερικές περιπτώσεις υπάρχει πιθανότητα να γίνουν από τις πιο επικίνδυνες
πυρκαγιές, επειδή κινούνται «ύπουλα», χωρίς να προκαλούν ανησυχία.
Πυρκαγιές επιφάνειας ή έρπουσες: Είναι οι πυρκαγιές που καίνε τους χορτοβοσκότοπους,
τον βελονοτάπητα ή φυλλοτάπητα, τα ξερά κλαδιά, τις αναγεννήσεις, το χορτάρι, τα
υπολείµµατα των υλοτοµιών ή και συνδυαστικά όλα τα προηγούµενα. Εδώ υπάγονται και οι
πυρκαγιές των θάµνων που είναι οι πιο συνηθισµένες και οι πιο επικίνδυνες. Από αυτές
προέρχονται οι πυρκαγιές κόµης.
Ιδιαίτερα στα δάση Χαλέπιου και Τραχείας Πεύκης όπου υπάρχει άφθονος υπόροφος (µε τη
λέξη υπόροφο εννοούµε τους θάµνους, τα µικρά δέντρα και ο,τιδήποτε αναπτύσσεται κάτω
από τις ψηλές κόµες των δέντρων) όταν ανάψει µικρή φωτιά καίγεται ο υπόροφος και η
φλόγα µπορεί να µεταδοθεί και στην κόµη, οπότε έχουµε µικτή πυρκαγιά.
Το συγκεκριµένο είδος διαδίδεται πιο γρήγορα από τις υπόγειες, επειδή συνήθως υπάρχει
άφθονος αέρας και οξυγόνο, άφθονη και ξηρή καύσιµη ύλη, φλόγα και κατάλληλη
θερµοκρασία.
Πυρκαγιές κόµης ή επικόρυφες: Σ’αυτές καίγεται η κόµη των δέντρων. Τέτοιου είδους
πυρκαγιές έχουµε συνήθως στα κωνοφόρα και κυρίως στη Χαλέπιο και Τραχεία Πεύκη. Σε
πυκνά δάση αυτές οι πυρκαγιές απλώνονται ταχύτατα αφού η φωτιά µεταδίδεται γρήγορα
από την µια κόµη στην άλλη. 6
Στην Ελλάδα έχουµε συνήθως µικρές ή µεγάλες µικτές πυρκαγιές που προέρχονται από
πυρκαγιές έρπουσες. ∆ηλαδή σε δάση Χαλεπίου και Τραχείας Πεύκης, καίγεται καταρχήν ο
υπόροφος και στη συνέχεια µεταδίδει τη φωτιά στην κόµη.
Στην Πάρνηθα, η φωτιά που έπληξε τον ∆ρυµό ήταν συνδυασµός επικόρυφης και
έρπουσας πυρκαγιάς και ήταν σαρωτική. ∆ηλαδή έκαψε σχεδόν τα πάντα στο πέρασµα της,
χωρίς ν’αφήσει πολλές νησίδες πρασίνου, που θα µπορούσαν να λειτουργήσουν ως
µητρικές και αναγεννητικές συστάδες για την µεταπυρική ανάκαµψη των ελάτων.
Μέτρα πρόληψης των δασικών πυρκαγιών
Έχουν διατυπωθεί και εφαρµόζονται παγκοσµίως διάφορα µέτρα πρόληψης και καταστολής
για να µειώσουµε τον κίνδυνο εξάπλωσης των πυρκαγιών. Σήµερα επίσης εξελλίσονται
συνεχώς νέα υπολογιστικά µοντέλα πρόβλεψης της εµφάνισης πυρκαγιών.
Αν και η καταστολή των πυρκαγιών θα πρέπει να είναι αποτελεσµατική, αναµφίβολα, πιο
σηµαντική από αυτήν είναι η πρόληψή τους. Η συσσώρευση καύσιµης ύλης σε απέραντες
εκτάσεις θα πρέπει να µας προβληµατίζει εκ των προτέρων. Η έλλειψη άγριων οπληφόρων, η
εγκατάλειψη των δασοκοµικών και αγροτικών δραστηριοτήτων (όπως η ελεύθερη βοσκή και
η ρητίνευση) σε περιοχές «υψηλού κινδύνου για πυρκαγιές» έχει οδηγήσει σε συµπαγείς και
αδιάσπαστες δασικές συστάδες που είναι ευάλωτες στις πυρκαγιές. Ωστόσο απαιτείται
σχεδιασµός που θα µπορεί να εξασφαλίζει τόσο τη διατήρηση του δασογενούς
περιβάλλοντος όσο και την προστασία του από τις φωτιές.
Η τοποθέτηση έµπειρων οµάδων (πυροσβέστες, εθελοντές δασοπυροσβέστες) µέσα στο
δάσος κατά τη διάρκεια της θερινής περιόδου, που είναι και η πιο κρίσιµη για την εµφάνιση
πυρκαγιών είναι ένα ενεργό µέτρο πρόληψης. Οι οµάδες αυτές πρέπει να είναι σε θέση να
αναγνωρίζουν και να εντοπίζουν έγκαιρα το σηµείο στο οποίο εκδηλώθηκε η φωτιά, έτσι
ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο άµεση η επέµβαση των πυροσβεστικών οχηµάτων, αλλά
και των υπόλοιπων µέσων που ρίχνονται στην κατάσβεση της φωτιάς.
Στην ανίχνευση της φωτιάς µπορούν να χρησιµοποιηθούν και τα νέα µέσα της τεχνολογίας
όπως οι δορυφόροι, τα ραντάρ κ.α. Αυτά σε άµεση συνεργασία µε την ΕΜΥ µπορούν να
συµβάλλουν αποτελεσµατικά στην πρόγνωση και πρόληψη των πυρκαγιών.
Σήµερα, στην πρόβλεψη των πιθανών σηµείων και των χρονικών περιόδων που µπορεί να
εµφανιστεί µια πυρκαγιά, βοηθούν επίσης σύγχρονα υπολογιστικά προγράµµατα που
λαµβάνουν υπόψη βασικές παραµέτρους των πυρκαγιών. Τέτοιες παράµετροι είναι η
ποιότητα και ποσότητα της καύσιµης ύλης, η περιεχόµενη υγρασία, το ύψος της
χιονόπτωσης κατά τη διάρκεια του χειµώνα που προηγήθηκε, η κατεύθυνση και η ένταση
των ανέµων κλπ. Με τα προγράµµατα αυτά µπορεί να εκτιµηθούν από πριν τα σηµεία και οι
ώρες έναρξης πυρκαγιών ενώ, όταν εκδηλωθεί µια πυρκαγιά, µπορεί να εκτιµηθεί και ο
τρόπος εξάπλωσής της ώστε να είναι πιο αποτελεσµατική η στρατηγική καταστολής της.
∆ρόµοι: Η διάνοιξη δρόµων και αντιπυρικών ζωνών ή λωρίδων µέσα στο δάσος έχει σκοπό
να διασπάσει τη συνέχεια της καύσιµης ύλης. Οι δρόµοι χρησιµοποιούνται οπωσδήποτε και
ως αντιπυρικές ζώνες, αλλά και οι ζώνες χρησιµοποιούνται ως βοηθητικοί δρόµοι για τη
διακίνηση των ανθρώπων και των µηχανών τους. Για να αποκτήσουν ουσιαστικό 7
χαρακτήρα αντιπυρικών λουρίδων θα πρέπει οι δρόµοι να έχουν πλάτος τουλάχιστον λίγων
δεκάδων µέτρων. Επειδή οι περισσότεροι επαρχιακοί και δασικοί δρόµοι είναι πολύ
στενότεροι, χωρίς να κοπούν δέντρα µπορούν να µετατραπούν σε αντιπυρικές λουρίδες εάν
αποµακρυνθεί η παρεδαφιαία και θαµνώδης βλάστηση καθώς και τα χαµηλότερα κλαδιά
των δέντρων εκατέρωθεν των δρόµων.
Αντιπυρικές ζώνες: Είναι φυσικές ή τεχνητές λωρίδες όπου συνήθως αποµακρύνεται όλη
σχεδόν η δασική βλάστηση και έχει ως σκοπό να διακόψει την συνέχεια της δασικής ύλης.
Υπάρχουν όµως διαφόρων ειδών αντιπυρικές ζώνες:
α) Ζώνες γυµνού εδάφους, στις οποίες έχει προηγηθεί αποµάκρυνση της
βλάστησης.
β) Ζώνες µε µεγάλα πυκνά και αραιά δέντρα ή και χωρίς δέντρα, στις
οποίες αποµακρύνουµε τους επικίνδυνους θάµνους και αφήνουµε
ή φυτεύουµε µικρή ή αραιή βλάστηση.
γ) Ζώνες µε φυλλοβόλα πυρανθεκτικά δέντρα σε δάση κωνοφόρων.
δ) Ζώνες που είναι ο συνδυασµός όλων των παραπάνω.
Επειδή η διάνοιξη ζωνών είναι µια δαπανηρή από τη µια δράση και από την άλλη µια
σηµαντική επέµβαση στο φυσικό περιβάλλον, θα πρέπει να προσέξουµε στην κατασκευή
τους τόσο το είδος της πυρκαγιάς που δίνει κάθε καιγόµενη ύλη (δηλαδή τα δέντρα, χόρτα,
θάµνοι, ξερά φύλλα και κλαδιά, σάπιες ρίζες) όσο και τη διάβρωση του εδάφους που µπορεί
να προκληθεί από τη διάνοιξη των ζωνών, την αισθητική αξία του τοπίου και άλλους
παράγοντες όπως ευκολία διακίνησης ανθρώπων (αλλά και λαθροθήρων ειδικότερα),
µηχανών κ.λ.π.
Επίδραση της πυρκαγιάς στους οικοτόπους
Η φωτιά προκαλεί επιπτώσεις τόσο στο αβιοτικό όσο και στο βιοτικό µέρος ενός
οικοσυστήµατος. Μεταβολές στο αβιοτικό µέρος εννοούµε εκείνες που παρατηρούνται στο
έδαφος και έχουν σχέση µε τη θερµοκρασία, την υγρασία, την περιεκτικότητα σε θρεπτικά
άλατα, αλλά και την έκπλυση και διάβρωσή του δευτερογενώς. Στο βιοτικό µέρος
αναφερόµαστε σε µεταβολές που προκαλούνται στη φυσιογνωµία της βλάστησης αλλά και
στη σύνθεση της πανίδας (πυκνότητα και δραστηριότητα πληθυσµών).
Οι επιπτώσεις της δασικής πυρκαγιάς στην πανίδα και χλωρίδα µιας περιοχής διακρίνονται
σε άµεσες και έµµεσες. Οι άµεσες γίνονται σχεδόν ακαριαία αντιληπτές: η υπέργεια
βλάστηση στις περισσότερες περιπτώσεις αφανίζεται, ενώ η πανίδα, ανάλογα µε τις
ικανότητες κάθε είδους, είτε αφανίζεται είτε επιλέγει τον αναγκαστικό δρόµο της προσφυγιάς.
Αντίθετα, χρειάζονται πολλά χρόνια για να αντιληφθούµε τις έµµεσες επιπτώσεις. Πρόκειται
για τις διαδικασίες «δευτερογενούς διαδοχής» που συνήθως οδηγούν στην επαναφορά της
πρότερης κατάστασης (εφόσον δεν υπάρξουν και άλλα «χτυπήµατα» στην ίδια περιοχή).
Μέχρι τότε, µια πλειάδα ειδών αναµένεται να «εκµεταλλευτεί» το ανοικτό περιβάλλον και να
ζήσει στην περιοχή µέχρι να αποκατασταθεί το δασογενές περιβάλλον. 8
Επίδραση της πυρκαγιάς στη χλωρίδα και την πανίδα της Πάρνηθας
Η πυρκαγιά που σάρωσε περίπου 50.000 στρέµµατα προκάλεσε µεγάλη ζηµιά στη χλωρίδα
και την πανίδα της περιοχής.
Επιγραµµατικά θα σηµειώναµε ότι χάθηκαν σχεδόν τα 2/3 του ελατοδάσους στο οποίο
κυριαρχούσε το ενδηµικό είδος της Κεφαλληνιακής ελάτης (Abies cephalonica) και θα
χρειαστεί δεκαετίες για να ξαναγίνει όπως ήταν στην περιοχή, ενώ κάηκαν επίσης και µικτά
δάση µε φυλλοβόλα και κωνοφόρα δέντρα. Η απώλεια αυτή είναι ιδιαίτερα σηµαντική,
καθώς η βλάστηση είχε φτάσει στο απόγειο της ανάπτυξής της και τώρα επιστρέφει σε πολύ
αρχικό στάδιο. Τα βαρύσπορα έλατα ειδικότερα, εάν δεν παρέµβει ο άνθρωπος, θα
χρειαστούν αιώνες για να αποικίσουν τις τεράστιες εκτάσεις που κάλυπταν κάποτε. Γιατί οι
σπόροι τους µπορούν να µεταφερθούν λίγες δεκάδες µόνο µέτρα από τα δέντρα που
γλίτωσαν. Συνολικά η υπέργεια βλάστηση αφανίστηκε, ενώ ελάχιστοι είναι οι θύλακες
πρασίνου που παρέµειναν άκαυτοι ανάµεσα στα καµένα.
Όσον αφορά τα ζώα, εκείνα που επλήγησαν περισσότερο ήταν βραδυκίνητα ζώα όπως οι
χελώνες και ειδικότερα οι Κρασπεδωτές χελώνες Testudo marginata (αποκλειστικά ελληνικό
είδος), που δεν είχαν δυνατότητες διαφυγής. Επίσης πολλά ζώα που αποµακρύνονταν σε
κατάσταση πανικού, όπως κάποιοι λαγοί Lepus europaeus και ελάφια Cervus elaphus
χάθηκαν στη φωτιά.
Ας δούµε όµως λεπτοµερέστερα κάποιες από τις άµεσες επιπτώσεις στα είδη που ζούσαν
ήδη στην περιοχή:
ΠΟΥΛΙΑ
Τα πουλιά έχουν γενικά την ικανότητα να αποµακρύνονται πετώντας
µακριά από τη φωτιά. ∆εν συµβαίνει το ίδιο όµως µε τις φωλιές, τα
αβγά και τους νεοσσούς τους.
Η πυρκαγιά της Πάρνηθας δεν διακρίθηκε µόνο για την τεράστια έκταση και έντασή της
αλλά και για την ευαίσθητη περίοδο εµφάνισής της. Μόλις στην αρχή του καλοκαιριού,
όταν πολλά πουλιά έκλειναν τον κύκλο της αναπαραγωγικής τους διαδικασίας.
Οικογένειες χιλιάδων δασόβιων πουλιών γίνονταν αντιληπτές σε όλη την έκταση του
δάσους. Αυτή την εποχή δεν είχε ολοκληρωθεί η ανάπτυξη των νεοσσών πολλών
αρπακτικών πουλιών, όπως των Φιδαετών, των Γερακίνων και των Ξεφτεριών και των
νυχτόβιων αρπακτικών πουλιών Χουχουριστής και Γκιώνης που φώλιαζαν στα δάση που
κάηκαν. Παρόλο που δεν είχε εντοπιστεί η ακριβής θέση της φωλιάς των Φιδατεών που
τριγυρνούσαν καθηµερινά στο δυτικό τµήµα της Πάρνηθας, είναι βέβαιο ότι οι νεοσσοί τους
ήταν ακόµη ανίκανοι να αποµακρυνθούν από τη φωλιά τους. Στις καµένες εκτάσεις
βρέθηκαν απανθρακωµένοι νεοσσοί Χουχουριστών.
Στα δυτικά δάση της Πάρνηθας είχε παρατηρηθεί και η πυκνότερη συγκέντρωση
Αιγοθήλιδων (Γυδοβιζάστρων) που το παράξενο κάλεσµά τους αντηχούσε τα βράδια µε 9
ασύλληπτους ρυθµούς στο τµήµα αυτό. Οι αιγοθήλιδες δεν είχαν ολοκληρώσει την
ανατροφή των νεοσσών τους.
Τι απέγιναν τα δασόβια πουλιά που κατάφεραν να πετάξουν µακριά; Ελατοπαπαδίστες,
Βασιλίσκοι, Κοκκινολαίµηδες, Τρυποφράκτες, ∆ενδροβάτες, Μακρονούρηδες, Σπίνοι είναι
λίγα µόνο από τα είδη που έχουν απόλυτη ανάγκη το δάσος. Θα πρέπει να δώσουν µάχη
σαν πρόσφυγες σε νέες επικράτειες που, εάν υπάρχουν τέτοιες επικράτειες, είναι ήδη
κατειληµµένες από άλλα δασικά πουλιά.
ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ
Περισσότερα από 40 διαφορετικά είδη είχαν εντοπιστεί στα δάση της Πάρνηθας.
Σκαντζόχοιροι, αλεπούδες, πετροκούναβα, λαγοί είναι µερικά από τα πιο χαρακτηριστικά.
Ακόµη και οι παροιµοιώδεις για την ταχύτητά τους λαγοί βρέθηκαν απανθρακωµένοι στις
καµένες εκτάσεις.
ΕΛΑΦΙ
Χωρίς αµφιβολία η Πάρνηθα ήταν γνωστή για έναν από τους
ελάχιστους στη χώρα και σίγουρα τον πιο ακµαίο πληθυσµό Κόκκινων
Ελαφιών Cervus elaphus. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ο
πληθυσµός τους είχε υπολογιστεί από τη ∆ρ Σύλβια Παπίκα, στέλεχος
σήµερα του ∆ασαρχείου Πάρνηθας, σε 100-120 άτοµα τουλάχιστον.
Τελευταία οι εκτιµήσεις έδειχναν µια φανερή τάση αύξησης του πληθυσµού
που ίσως ξεπερνούσε τα 400 άτοµα.
Το WWF Ελλάς µόλις είχε ξεκινήσει την µελέτη εκτίµησης του σηµερινού πληθυσµού των
ελαφιών στο πλαίσιο του προγράµµατος «Γνωρίζω-Συµµετέχω-Προστατεύω-τον Εθνικό
∆ρυµό Πάρνηθας» που πραγµατοποιείται µε την αµέριστη υποστήριξη και χορηγία της
Eurobank EFG και την αγαστή συνεργασία µε τους αρµόδιους διαχειριστές της Πάρνηθας,
δηλαδή τον Φορέα ∆ιαχείρισης και το ∆ασαρχείο Πάρνηθας.
Μόλις µία εβδοµάδα πριν την πυρκαγιά (21-22 Ιουνίου 2007), στην αρχή του καταστροφικού
καύσωνα, είχε οργανωθεί στην Αθήνα και την Πάρνηθα, διεθνής συνάντηση εργασίας
ειδικών επιστηµόνων για τη µελέτη των ελαφιών. Σκοπός της συνάντησης ήταν να
αξιολογηθούν οι τεχνικές εκτίµησης του πληθυσµού των ελαφιών της Πάρνηθας. Οι ξένοι
ειδικοί επιστήµονες είχαν παρατηρήσει ότι τα ελάφια δεν προκαλούσαν κάποια φανερή
επίδραση στη δασική βλάστηση του βουνού. Στις πιλοτικές πάντως εφαρµογές της
καταγραφής από εποπτικές θέσεις (vantage points) 50 εθελοντές του WWF Ελλάς είχαν
καταγράψει περισσότερα από 80 ελάφια σε ένα µικρό µόνο τµήµα του συνολικού βουνού.
Ήδη είχε φανεί ότι τα περισσότερα ελάφια είχαν από νωρίς εγκαταλείψει τα χαµηλότερα
σηµεία για να παραθερίσουν στα υψηλότερα, πιο δροσερά σηµεία. Αυτά δηλαδή που
κάηκαν, πέρα από κάθε πρόβλεψη και φαντασία.
Τα ελάφια γεννούν στα τέλη Μαΐου-αρχές Ιουνίου. Αυτή την περίοδο οι ελαφίνες δεν
αποµακρύνονται πολύ από τις εστίες τους, προκειµένου να βρίσκονται κοντά στα νεογνά
τους.
∆υστυχώς αρκετά ελάφια δεν µπόρεσαν να γλιτώσουν από τις φλόγες. Τα περισσότερα
ωστόσο κατέφυγαν στις άκαυτες περιοχές. Ο θερινός βιότοπός τους όµως περιορίστηκε και,
προς το παρόν, δεν γνωρίζουµε τη σηµασία της απώλειας αυτής στον πληθυσµό τους. 10
ΑΛΛΑ ΣΠΟΝ∆ΥΛΩΤΑ
Οι Κρασπεδοχελώνες Testudo marginata, σχεδόν αποκλειστικά
ελληνικό είδος χερσαίων χελωνών, εξ’ορισµού είναι τα σπονδυλωτά που
είναι αδύνατον να αποµακρυνθούν από την πυρκαγιά.
Πλήθος άλλων ερπετών, όπως οι Γουστέρες, τα αβλαβή Σπιτόφιδα µαζί µε άλλα 30
τουλάχιστον διαφορετικά είδη ερπετών ήταν αδύνατον να γλιτώσουν από τα τις φλόγες που
κατέκαψαν κάθε σπιθαµή βλάστησης και δασικού τάπητα. Σε κάποιες περιπτώσεις έχει
αποδειχθεί ότι κάποιες σαύρες µπορεί να ευνοηθούν από την απώλεια του δάσους µετά την
πυρκαγιά και να αυξήσουν τους πληθυσµούς τους. Με ενδιαφέρον θα παρακολουθούµε
την εξέλιξη αυτή.
ΑΣΠΟΝ∆ΥΛΑ
Φυλλοφάγα και φλοιοφάγα έντοµα και άλλα ασπόνδυλα που στήριζαν την αλυσίδα της
ζωής του δάσους της Πάρνηθας απανθρακώθηκαν. Η πλειοψηφία της εδαφικής µικρο-,
µεσο- και µακροπανίδας ζει στο ανώτερο τµήµα του δασικού τάπητα που κάηκε. Όσα
βρίσκονταν βαθύτερα µέσα στο έδαφος ή κάτω από πέτρες ωστόσο θα δώσουν το
σύνθηµα για το ξεκίνηµα µιας νέας ζωής σε ένα περιβάλλον που θα είναι για δεκαετίες πολύ
διαφορετικό από αυτό που γνωρίζαµε… Λίγες ώρες µετά την πυρκαγιά οι ακάµατοι
δουλευτές της γης, τα µυρµήγκια, ξεκίνησαν µέσα στις στάχτες το εντατικό έργο τους.
Η φυσική διαδοχή της βλάστησης µετά τη φωτιά
Όπως έχει ήδη σηµειωθεί, η ζωή δεν χάνεται µετά τη φωτιά. Η σύνθεση όµως και η συνολική
εικόνα της ζωής αλλάζει για πολλά χρόνια. Εάν δεν επέµβει ο άνθρωπος ή κάποιος άλλος
δραστικός παράγοντας (π.χ. αλλαγή κλίµατος) η βλάστηση θα επανέλθει σε ένα στάδιο που
θα µοιάζει µε το προηγούµενο. Ο χρόνος που θα µεσολαβήσει και οι χαρακτηριστικές
ενδιάµεσες φάσεις καθορίζονται από διάφορους παράγοντες.
Όσο πιο ώριµη (και πολύπλοκη) ήταν η φυτική διάπλαση που υπήρχε πριν τη φωτιά, τόσο
πιο αργή θα είναι η επαναφορά της.
Σε περιοχές µε χαµηλή βλάστηση (π.χ. ποολίβαδα, φρυγανότοποι κλπ), µετά τη φωτιά
επανέρχεται τόσο γρήγορα η πρότερη κατάσταση ώστε ονοµάζουµε τη διαδικασία απλά ως
«αυτοδιαδοχή».
Στο καµένο έδαφος πρώην σύνθετων δασών εµφανίζονται σύντοµα όσα φυτά διέσωσαν
αναπαραγωγικά µέρη κοντά στην επιφάνεια του εδάφους ή µέσα σε αυτό (γεώφυτα, θάµνοι
και δέντρα που πρεµνοβλαστάνουν κλπ), αρτίφυτρα φυτών που ο σπόροι τους δεν
ζηµιώνονται από τη φωτιά καθώς και τα «ανεµόχωρα» φυτά που οι σπόροι τους φτάνουν
εύκολα από µακριά µε τον αέρα.
Στα αρχικά στάδια της διαδοχής της βλάστησης επικρατούν, όπως είναι αναµενόµενο,
µορφές ποώδους και θαµνώδους βλάστησης που σταδιακά γίνονται πυκνότερες και
ψηλότερες. 11
Το πότε θα επανέλθει ένα ώριµο δασογενές περιβάλλον εξαρτάται από όλους τους
παράγοντες που καθορίζουν γενικότερα τη βλάστηση:
Κλίµα-έδαφος-ανάγλυφο-χλωρίδα(είδη φυτών)-άνθρωπος
Επίλογος
Γνωρίζοντας τις έµµεσες συνέπειες των πυρκαγιών γενικότερα στην πανίδα και χλωρίδα,
µπορούµε να είµαστε βέβαιοι ότι η ζωή δεν θα χαθεί. Για πολλά χρόνια όµως η σύνθεσή της
θα είναι διαφορετική. Εάν µάλιστα δεν φροντίσουµε για την επαναφορά της κατάστασης
που λατρεύαµε όλοι µας, αυτό που γνωρίσαµε ίσως να µην το αντικρύσουν ούτε τα
δισέγγονά µας. Καµία φάση της φυσικής διαδοχής της βλάστησης δεν θα επαναφέρει
αµέσως το ώριµο δασογενές περιβάλλον.
Επιπτώσεις στο µικροκλίµα της Αττικής
Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς που έπληξε τον Εθνικό ∆ρυµό της Πάρνηθας
αναµένεται να γίνουν αντιληπτές από τον ερχόµενο χειµώνα.
Ουσιαστικά το δάσος της Πάρνηθας λειτουργούσε σαν ένα τεράστιο
κλιµατιστικό για την Αττική. Αποτελούσε έναν από τους κύριους µηχανισµούς
µείωσης της θερµοκρασίας της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας από τον
Βορρά. Από τη στιγµή που χάθηκε αυτός ο µηχανισµός προβλέπεται
αύξηση της θερµοκρασίας το καλοκαίρι. Εκτιµάται ότι η διαφορά
θερµοκρασίας θα είναι τόση, όση αν διπλασιαζόταν η κίνηση αυτοκινήτων στην Αττική.
Τέλος θα επιβαρυνθεί ιδιαίτερα η ποιότητα του ατµοσφαιρικού αέρα.
Μερικά µέτρα που προτείνονται για να αφαιρεθεί η πρόσθετη θερµότητα στην πόλη είναι:
• Αύξηση της χρήσης των µέσων µαζικής µεταφοράς. Με αυτόν τον τρόπο µειώνεται η
ανθρωπογενής θερµότητα που εκλύεται από τα αυτοκίνητα.
• Χρήση ψυχρών υλικών στα πεζοδρόµια. Οι ψυχρές πλάκες έχουν έως και 5οC
χαµηλότερη θερµοκρασία από το λευκό µάρµαρο.
• Μετατροπή των ελεύθερων και αδόµητων χώρων σε ψυχρές (πράσινες) οάσεις, οι
οποίες θα συµβάλλουν σηµαντικά στη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην πόλη.
• Να περιοριστεί όσο το δυνατόν η οικοδόµηση. Όσον αφορά τα νέα κτίρια, να
θεσπιστούν τέτοιες προδιαγραφές, ώστε να παρουσιάζουν βιοκλιµατικά
χαρακτηριστικά.
• Να βελτιωθούν τα παλιά κτίρια µε χρήση πράσινων οροφών, που µπορούν να
κατεβάσουν τη θερµοκρασία της πόλης έως και 3οC. 12
Άλλες επιπτώσεις
Εκτός από την αύξηση της θερµοκρασίας, µπορεί να έχουµε πληµµυρικά φαινόµενα σε
περιοχές που βρίσκονται στους πρόποδες της Πάρνηθας µε δεδοµένο ότι πολλά ρέµατα
εντός του λεκανοπεδίου και του διπλανού Θριάσιου Πεδίου έχουν µπαζωθεί.
Γενικότερες επιπτώσεις των πυρκαγιών στον άνθρωπο
Είναι γεγονός ότι όταν ξεσπάει µια φωτιά επηρεάζεται άµεσα και έµµεσα η τροφική αλυσίδα.
Αναµφίβολα όµως η πυρκαγιά εκτός από την άγρια ζωή στο δάσος επηρεάζει και τον
άνθρωπο.
Ας δούµε πιο αναλυτικά ποιες είναι οι επιπτώσεις αυτές:
• Απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συνήθως πρόκειται για άτοµα που έρχονται αντιµέτωπα
µε τη φωτιά όπως οι πυροσβέστες και οι εθελοντές δασοπυροσβέστες. Το καλοκαίρι
του 2007 οι απώλειες δεν είχαν προηγούµενο αφού θρηνήσαµε περισσότερα από 70
ανθρώπους.
• Απώλειες περιουσιακών στοιχείων (σπίτια, εγκαταστάσεις, χωράφια).
Ειδικά το καλοκαίρι του 2007 ολόκληρα χωριά βίωσαν τη λαίλαπα της φωτιάς. Εκατοντάδες
σπίτια κάηκαν, αγροτικές εκτάσεις και κτηνοτροφικές µονάδες έγιναν πυρανάλωµα, αλλά και
επαγγελµατικές εγκαταστάσεις αγροτών και κτηνοτρόφων όπως επίσης και καλλιεργήσιµες
εκτάσεις. Συνολικά υπολογίζεται ότι 10.000 άτοµα επλήγησαν από τη φωτιά, ενώ κάηκαν 2.5
εκ. στρέµµατα δασικών εκτάσεων και 450.000 στρ. αγροτικής γης. Μόνο στην Ηλεία κάηκαν
45 άνθρωποι, 3.500 έµειναν άστεγοι, ενώ καταστράφηκαν 850.000 στρέµµατα δασικών
εκτάσεων και 230.000 στρέµµατα αγροτικής γης.
• Αύξηση της ατµοσφαιρικής ρύπανσης. Το δάσος έχει την ιδιότητα να απορροφά ρύπους
όπως το διοξείδιο του άνθρακα (CO2) και να µας δίνει οξυγόνο. Επίσης τα αναρίθµητα
φύλλα συγκρατούν αιωρούµενα σωµατίδια. Ιδιαίτερα για την περίπτωση της Αττικής,
προβλέπεται ότι από τη στιγµή που κάηκε µεγάλο µέρος του εθνικού δρυµού της Πάρνηθας,
αναµένεται να αυξηθούν οι ρύποι 15%-20%, πράγµα που σηµαίνει ότι θα επιβαρυνθεί ακόµα
περισσότερο η ανθρώπινη υγεία.
• Αύξηση της θερµοκρασίας. Τα δέντρα σκιάζουν το έδαφος και το κρατούν δροσερό
όπως επίσης και τον χώρο πάνω από αυτό. Το γυµνό, καµµένο, έδαφος θα «τηγανίζεται»
όλο το καλοκαίρι και γι’αυτό προβλέπεται να έχουµε και αύξηση της θερµοκρασίας, µε
αποτέλεσµα η ατµόσφαιρα να γίνει πιο αποπνικτική.
• ∆ιάβρωση του εδάφους και αύξηση των πληµµυρικών φαινόµενων. Όταν καίγεται το
δάσος είναι επόµενο να αυξάνεται ο κίνδυνος διάβρωσης του εδάφους αλλά και να γίνονται
πιο έντονες οι πληµµύρες. Αυτό συµβαίνει γιατί χάνονται τα δέντρα, τα οποία έχουν την
ιδιότητα να συγκρατούν την ορµή του νερού αλλά και ν’απορροφούν µέρος αυτού. Από τη
στιγµή που δεν υπάρχει η «οµπρέλα» των φυλλωσιών αλλά και το «πλέγµα» του ριζικού
συστήµατος για να συγκρατήσει αυτή την ποσότητα, προκαλείται διάβρωση του εδάφους.
Το φαινόµενο είναι έντονο στην Ελλάδα που οι βροχές είναι συνήθως σύντοµες και
καταρρακτώδεις. Επίσης χωρίς τα δέντρα µεγάλη ποσότητα νερού φτάνει στο έδαφος και
καταλήγει στις κοίτες των ρεµάτων. ∆υστυχώς τα ρέµατα εξαιτίας κυρίως των ανθρώπινων
επεµβάσεων που τα έχουν γεµίσει («βουλώσει») δεν αντέχουν τις µεγάλες ποσότητες νερού 13
και λάσπης, αφού οι κοίτες τους δεν έχουν τόσο µεγάλη χωρητικότητα για να συγκρατήσουν
τον όγκο των όµβριων υδάτων, µε αποτέλεσµα να υπερχειλίζουν και να έχουµε τα γνωστά
πληµµυρικά φαινόµενα.
• Πιθανότητα λειψυδρίας. Το έδαφος, σαν ένα τεράστιο σφουγγάρι, έχει τη δυνατότητα να
συγκρατεί τεράστιες ποσότητες νερού της βροχής και να το «στραγγίζει» σιγά-σιγά στα
ποτάµια και στις πηγές. Εάν χαθεί το πολύτιµο έδαφος αυξάνεται η πιθανότητα λειψυδρίας.
• Λαµβάνοντας υπόψη όλους τους παραπάνω παράγοντες καταλήγουµε στο
συµπέρασµα ότι η απώλεια ενός δάσους από φωτιά έχει και οικονοµικές επιπτώσεις. Τοµείς
που επηρεάζονται άµεσα από την πυρκαγιά είναι η κτηνοτροφία, η υλοτοµία και γενικότερα
το εµπόριο ξυλείας, αλλά ακόµη και η γεωργία. Βέβαια οι επιπτώσεις στην οικονοµία είναι
ακόµη πιο µεγάλες αν σκεφτούµε ότι το δάσος λειτουργεί, όπως ήδη έχει αναφερθεί σαν
φυσικό κλιµατιστικό.
Τα στοιχεία που βρίσκει κανείς από το διαδίκτυο -κυρίως από αµερικάνικες πηγές-
αναφέρουν ότι ένα δέντρο είναι 100% εκµεταλλεύσιµο (κυρίως για το ξύλο του και τα
παράγωγα του). Σύµφωνα µε τον καθηγητή Μ. Ντας του πανεπιστηµίου της Καλιφόρνια η
µέση αξία ενός δέντρου που ζει περίπου 50 χρόνια είναι περίπου 135.000 ευρώ.
Πιο αναλυτικά, ένα δέντρο ύψους 15 µέτρων αποθηκεύει περίπου 1.500 κιλά άνθρακα σε
διάφορες µορφές και απορροφά 124 γραµµάρια διοξειδίου του θείου κάθε χρόνο.
Αντίστοιχα, αν προσπαθήσει κανείς να κάνει την ίδια απορρύπανση µε τεχνικά µέσα, θα
ξόδευε 4 ευρώ το χρόνο.
Αν ακολουθήσουµε αυτό τον υπολογισµό, στα 30.000 περίπου στρέµµατα που κάηκαν στην
Πάρνηθα χάθηκαν σχεδόν 3.750.000 δέντρα. Αυτό σηµαίνει ότι για να διατηρήσει η Αττική το
ίδιο περίπου επίπεδο ρύπανσης θα χρειαστεί να ξοδευτούν µέσα σ’έναν χρόνο 15 εκατ. ευρώ
σε απορρυπαντικές διαδικασίες. ∆ηλαδή για τα επόµενα τουλάχιστον 15 χρόνια (περίοδος
αναγέννησης µε φυσικό ή τεχνητό τρόπο) θα χρειαστούν 225 εκατ. ευρώ!
Σύµφωνα µε τις πρώτες εκτιµήσεις από το υπουργείο Οικονοµίας & Οικονοµικών το κόστος
των ζηµιών από τις φετινές πυρκαγιές κυµαίνεται µεταξύ 1.2-1.6 δις ευρώ (0.6-0.8% του ΑΕΠ).
Χρήσιµες συµβουλές πριν, κατά τη διάρκεια και µετά την πυρκαγιά.
Όταν βρισκόµαστε στο δάσος:
• ∆εν πετάµε ποτέ τσιγάρα, γυαλιά ή άλλα σκουπίδια τα οποία µπορούν να προκαλέσουν
φωτιά µέσα στο δάσος.
• ∆εν ανάβουµε ποτέ φωτιά για κανένα λόγο σε δάση ή δασικές εκτάσεις. Σε περίπτωση
που εντοπίσουµε κάποιον άλλον που το κάνει, τον ενηµερώνουµε για την πιθανότητα
πυρκαγιάς και ειδοποιούµε άµεσα την πυροσβεστική.
• ∆εν εµποδίζουµε την πρόσβαση (π.χ. µε το αυτοκίνητο µας) στους δασικούς δρόµους
και τις αντιπυρικές ζώνες, γιατί µπορεί να δυσκολέψουµε το έργο της πυροσβεστικής
υπηρεσίας. Σε περίπτωση πυρκαγιάς δεν πρέπει να κυκλοφορούµε µέσα στο δάσος εάν
δεν το γνωρίζουν οι αρχές κατάσβεσης που είναι αρµόδιες για τον συνονισµό όλων των
ενεργειών. 14
Σπίτια µέσα στο δάσος:
• Φροντίζουµε πάντα να έχουµε καθαρό τον περιβάλλοντα χώρο. Κόβουµε συχνά τα ξερά
χόρτα και κλαδεύουµε τα δέντρα. Καλό είναι να µην υπάρχουν δέντρα και θάµνοι κοντά
στα παράθυρα, στη στέγη του σπιτιού ή στα ηλεκτροφόρα καλώδια.
• Αν υπάρχει δεξαµενή νερού, φροντίζουµε τους καλοκαιρινούς µήνες να είναι πάντα
γεµάτη και να διαθέτει αντλία εσωτερικής καύσης έτσι ώστε σε περίπτωση πυρκαγιάς να
µπορέσει να λειτουργήσει και χωρίς ρεύµα.
• Κατά την εκδήλωση πυρκαγιάς κλείνουµε καλά τα παράθυρα και σφραγίζουµε τις
χαραµάδες µε βρεγµένα πανιά. Οπωσδήποτε κατεβάζουµε τον γενικό διακόπτη του
ρεύµατος. Επικρατεί γενικά η εντύπωση ότι το να καταβρέξουµε εξωτερικά το κτίριο
βοηθάει στο να το σώσουµε από τη φωτιά. ∆υστυχώς κάτι τέτοιο δε βοηθάει ιδιαίτερα,
αντιθέτως επιβαρύνει το δίκτυο ύδρευσης και κατά συνέπεια δυσκολεύει το έργο των
πυροσβεστών που προµηθεύονται νερό από τους κρουνούς.
Μετά τη φωτιά:
• Ο κίνδυνος για αναζωπύρωση είναι πολύ µεγάλος γι’αυτό προσπαθούµε να είµαστε σε
επιφυλακή και σε περίπτωση που εντοπίσουµε κάποια εστία, ειδοποιούµε άµεσα την
πυροσβεστική.
• Ψάχνουµε να βρούµε αν υπάρχουν στην περιοχή µας οµάδες πυροφύλαξης και
συµβάλλουµε κι εµείς στις οργανωµένες επιτηρήσεις. Συγκεκριµένα στην περιοχή της
Αττικής υπάρχουν διάφοροι σύλλογοι εθελοντών δασοπροστασίας όπως ο Ε∆ΑΣΑ που
διοργανώνει πυροφυλάξεις στην Πάρνηθα όλη την αντιπυρική περίοδο. Σε κάθε
περίπτωση, οι αρµόδιες αρχές πρέπει να είναι ενήµερες για την παρουσία τέτοιων
οµάδων µέσα στο δάσος. Η πυροφύλαξη πρέπει να γίνεται µαζί µε άτοµα έµπειρα, που
γνωρίζουν την περιοχή και µπορούν να αντιµετωπίσουν οποιαδήποτε επείγουσα
κατάσταση. Είναι προτιµότερο εάν δεν γνωρίζουµε, να µην επιχειρήσουµε να
βοηθήσουµε στην πυροφύλαξη ή κατάσβεση της πυρκαγιάς γιατί το πιθανότερο είναι
να δηµιουργήσουµε σύγχυση και να δυσκολέψουµε το έργο των αρµόδιων αρχών.
Παρόλο που όλοι νιώθουµε ιδιαίτερα την ανάγκη να βοηθήσουµε όσο περισσότερο
µπορούµε το δάσος, θα ήταν καλό να γνωρίζουµε ότι το φυσικό περιβάλλον µετά από µια
µεγάλη φωτιά έχει υποστεί µεγάλο σοκ. Το καλύτερο που θα µπορούσαµε να κάνουµε είναι
να αφήσουµε τις αρµόδιες υπηρεσίες να κάνουν το έργο τους.
Να µην επισκεπτόµαστε άσκοπα την καµένη περιοχή.
Να δώσουµε χρόνο στη φύση να αναρρώσει. Εξάλλου στις περισσότερες περιπτώσεις, το
δάσος έχει τη δυνατότητα να αναγεννηθεί φυσικά.
Βοηθάµε στις αναδασώσεις µόνο όταν αυτές καθοριστούν από τις αντίστοιχες υπηρεσίες
(∆ασαρχείο, ∆/νση Αναδασώσεων, Φορέας ∆ιαχείρισης κ.α.) και δεν λειτουργούµε ατοµικά
γιατί µπορεί κατά λάθος να προκαλέσουµε µεγαλύτερη ζηµιά στο οικοσύστηµα. 15
Οι ανεξέλεγκτες δενδροφυτεύσεις µπορεί να δηµιουργήσουν περισσότερα προβλήµατα από
όσα θα προσπαθήσουν να επιλύσουν. Για παράδειγµα, η προσπάθεια φύτευσης µπορεί να
προκαλέσει:
• Άσκοπη συµπίεση του εδάφους (κατά τη διαδικασία φύτευσης).
• Ξερίζωµα µικρών αυτόχθονων αρτίφυτρων δέντρων κατά τη διαδικασία διάνοιξης λάκου
(αρτίφυτρων που θα είχαν µεγαλύτερες ικανότητες προσαρµογής και ανάπτυξης στην
περιοχή).
• Εισαγωγή ξενικών ειδών ή φυτών µε ξένα προς τους τοπικούς πληθυσµούς γονιδιακά
χαρακτηριστικά.
• ∆ηµιουργία συστάδων µε προβληµατικό µέλλον εάν το φυτευτικό υλικό δεν έχει
ανεπτυγµένα χαρακτηριστικά προσαρµογής στις τοπικές συνθήκες.
Σε περίπτωση που συναντήσουµε ζώα που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ και χρειάζονται
βοήθεια, επικοινωνούµε αντιστοίχως µε τις υπηρεσίες που έχουν αναλάβει τη διαχείριση της
περιοχής ή µε οργανώσεις (π.χ. WWF) που έχουν την υποδοµή και τη γνώση να µας
συµβουλέψουν στο τι ακριβώς πρέπει να κάνουµε.
µ µ µ µ µ µ¶ ¶ ¶ ¶ ¶ ¶
Βιβλιογραφία
⇒ www.wwf.gr
⇒ www.kathimerini.gr
⇒ www.skai.gr
⇒ www.paseges.gr
⇒ www.in.gr
⇒ Καιλίδης ∆.- Καρανικόλα Π., 2004 : ∆ασικές πυρκαγιές 1900-2000
⇒ Ντάφης Αθ. Σπ., 1986 : ∆ασική Οικολογία
Πηγή wwf.gr
