Ο μύθος.
Στα χρόνια τα παλιά ήρθε ένας ξένος στην Κοζάνη. Έψαχνε να βρει ένα ποτάμι, μια λίμνη, την θάλασσα μα κατάλαβε πως ο τόπος ήταν ξερός. Πήγε λοιπόν στο καφενείο του Λιόλιου όπου ήταν και άλλοι Κοζανίτες μέσα για να πιει ένα ούζο. Πάνω στην κουβέντα άρχισε να κοροϊδεύει πως η Κοζάνη δεν έχει θάλασσα και πως δεν είναι όμορφη μια πόλη χωρίς θάλασσα.
Ακ’σε (άκουσε ) ο Λιόλιους κι ανταριάσκιν (θύμωσε). Γυρνάει στ’ς άλνους και τ’ς λέει «Α να δεις τι θα τουν κάμου τώρα» και ψιθυρίζει στην κυρά του την Ζιόλια ( Δώρα ).
Μαρ τράβα και φερ με το μαγιό τα πέδλα και του παρασόλι (ομπρέλα). – Ου που τ’αδουκίθκις (θυμήθηκες) αυτά τώρα ια ; – Μη κράζεις μαρ και τράβα φερ” τα. Μετά από λίγη ώρα η Ζιόλια τα “φερε.
Τα παίρν ο Λιόλιους τα φοράει και κινά να φύγ’. Τον βλέπν οι άλνοι και γελούν κάτου απ’τα μουστάκια τσ” .
Τον βλέπει και ο ξένος και του λέει:
- Που πας έτσι ;
- Τα πάω στη θκιά μας τ” θάλασσα να πλατσαρνίσω. Στον Αρίνταγα.
Ο Αρίνταγας είναι ένα βουνό όλο πέτρα. Είναι ένα κασμέρι (αστείο) των Κοζανιτών και σήμερα το χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε το πουθενά. Οι ξένοι ακόμα ψάχνουν να βρουν τη θάλασσα στην Κοζάνη.
Ελευθερία Σταύρακα
