Η παραλία της Αναβύσσου είναι μια από τις μεγαλύτερες στην περιοχή της Ανατολικής Αττικής. Τα νερά είναι ρηχά, ο κόλπος προστατευμένος και χειμώνα – καλοκαίρι θα βρεις κολυμβητές, wind – serfers ή και απλούς περιπατητές, όπως η αφεντιά μου, που χαίρονται μια όμορφη λιακάδα.
Κανείς δεν θα σκεφτόταν πως ο τόπος αυτός που σήμερα είναι περιποιημένος και οργανωμένος, κάποτε είχε υπάρξει τόπος αναγκαστικής εγκατάστασης προσφύγων από την Μικρά Ασία, που οι ντόπιοι Αρβανίτες κτηνοτρόφοι δεν ήθελαν ούτε να βλέπουν, ούτε να ακούν…
Αλλά ας αφήσουμε τον Ηλία Βενέζη να μας τα πει καλύτερα…
«Από δεξιά κι από ζερβά κι από πίσω του σταθήκαν οι άλλοι οι δικοί του, οι βοσκοί, ακουμπώντας με τις μασχάλες στις γκλίτσες τους.
― Καλώς τους! αποκριθήκαν πολλά στόματα οι πρόσφυγες.
― Τι είσαστε;
― Πρόσφυγες είμαστε! Πατρίδα μας ήταν οι Φώκες!
― Και τώρα πούθε ερχόσαστε;
― Ένα χρόνο περιπλανηθήκαμε στα μέρη της Πελοπόννησος κ’ υποφέραμε πολύ. Τώρα μας δώσαν τη γη εδώ, για να μείνουμε.
Ανάμεσα στις στερεωμένες γκλίτσες των βοσκών έγινε μικρή κίνηση. Μετακινηθήκαν, σάλεψαν λίγο, πάλι ησυχάσαν. Κανένας δε μίλησε άλλος απ’ το γέροντα.
― Σας δώσαν, είπες, τη γη αυτή; κ’ η φωνή του άρχισε να γίνεται τραχιά. Ποιος σας την έδωσε; Ποια γη;
― Το Κράτος μάς είπε: «Δική σας είναι η γης της Ανάβυσσος.» Μας είπε να ’ρθουμε και να την πάρουμε!
― Σας είπε να ’ρθετε και να την πάρετε; Και πού ’ναι τα κοπάδια σας, τα ζωντανά σας;
― Δεν έχουμε κοπάδια. Δεν είμαστε βοσκοί. Θα ξεχερσώσουμε τη γη, και θα φυτέψουμε αμπέλια, και θα σπείρουμε σιτάρι.
― Τι μιλάς, άνθρωπε, για σιτάρι και για αμπέλια που θα φυτέψετε σ’ αυτή τη γη! φωνάζει έξαλλος ο γέροντας. Τήρα λοιπόν κατά κει!
Σήκωσε το χέρι που βαστούσε το ραβδί του κ’ έγραψε έναν κύκλο σ’ όλο το μικρό κάμπο τον κλεισμένο απ’ τους λόφους. Χωρίς να το θέλουν, όλα τα μάτια ακολούθησαν τον κύκλο, υποταγμένα στην προσταγή της χειρονομίας.
― Από τότες που είμαστε εμείς εδώ, λέει η αυστηρή φωνή, κι από τότες που ήταν οι πατέρες μας, κ’ οι πατέρες τους, σ’ ετούτη τη γη μονάχα βούρλα και πουρνάρι βλασταίνουν, και τίποτ’ άλλο δεν έζησε εδώ εξόν τα κοπάδια μας! Λοιπόν, για τι σιτάρι και για τι αμπέλια μού μιλάς!
Είχε το βαρύ, το ακατάλυτο και ανελέητο των παμπάλαιων πραγμάτων, της μοίρας ή του θανάτου, η βαθιά φωνή που ερχόταν από μακρινούς χρόνους να υπερασπίσει τη γη τους απ’ τους βάρβαρους.
― Μονάχα τα κοπάδια μας, σου είπα, κ’ εμείς μπορούμε να κάμουμε στον έρημο τούτον τόπο, γιατί έτσι το βρήκαμε απ’ τους γονιούς μας. Μονάχα εμείς μπορούμε να βαστάξουμε εδώ, γιατί μας φωνάζει το χώμα, αυτό κι όχι άλλο! Λοιπόν, τι γυρεύετε εσείς, φουκαράδες στα μέρη μας;
Έλεγε, έλεγε κ’ η φωνή του έτρεμε, σα να προαισθανόταν πως η προσπάθεια ήταν μάταιη.
― Θα πεθάνετε στη δίψα! έλεγε. Πηγή νερό δε βρίσκεται εδώ. Κι αν σκάψετε βαθιά και βρείτε φλέβα, το νερό θα ’ναι γλυφό σα θάλασσα. Θα σας ρημάξουν οι πυρετοί, κι ο αγέρας κι ο άμμος. Αν γίνει και φυτρώσει σπαρτό, ο άμμος θα κάθεται απάνω στο φύλλο του και στον καρπό του και θα τον ξεραίνει. Πριν δείτε σοδειά, θα ’χετε πεθάνει, εσείς και τα παιδιά σας. Λοιπόν, φύγετε, σου λέω!
Το επανάλαβε ξερά, άγρια, τραχιά:
― Φύγετε, είπα, από δω!
Είπε, σώπασε, κι ακούμπησε το ραβδί του, κοιτάζοντας μες στα μάτια το κοπάδι τους Φωκιανούς».
Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη
Τώρα, όλα αυτά είναι ξεχασμένα κι η Ανάβυσσος μια υπέροχη ευκαιρία για βόλτα και κοχυλοθεραπεία….
Μαζεύω πάντα από εκεί, ιδίως το χειμώνα, τα ωραιότερα κοχύλια.

