
ΟΙ ΨΥΧΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΓΥΡΙΣΑΝ
Η Αλεξάνδρα Δεληκάρη είναι αρχαιολόγος και τα τελευταία εφτά χρόνια εργάζεται στο Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Διδάσκει στους φοιτητές, αλλά παράλληλα συμμετέχει σε μια έρευνα για αντικείμενα και ιστορίες ανθρώπων από την καταστροφή της Σμύρνης. Είναι τόσο ενθουσιασμένη γιατί και η γιαγιά της ήταν από τη Σμύρνη. Νιώθει ότι όλες οι ιστορίες που άκουγε μικρή, τώρα ζωντανεύουν κάθε φορά που περπατάει στις συνοικίες της πόλης.
Μια μέρα, μιλώντας με ντόπιους στη συνοικία Μπασμανέ, ένας Τούρκος τής ανέφερε ότι στο υπόγειο του σπιτιού του είχε κρατήσει διάφορα αντικείμενα που ανήκαν στην οικογένεια των Ελλήνων που κατοικούσαν εκεί πριν. Τότε, η Αλεξάνδρα του ζήτησε αν θα μπορούσε να δει από κοντά αυτά τα αντικείμενα. Εκείνος δέχτηκε και μαζί προχώρησαν μέχρι το σπίτι. Ήταν ένα όμορφο, καλοδιατηρημένο, διώροφο αρχοντικό με άσπρες μαρμάρινες σκάλες. Μπαίνοντας μέσα παρατήρησε τα έπιπλα που ήταν από εκείνη την εποχή. Κάποια από αυτά μάλιστα είχαν σχέδια σκαλισμένα στο χέρι και φαίνονταν ακριβά. Κατέβηκαν στο υπόγειο. Εκεί, υπήρχαν πολλά βιβλία και διακοσμητικά αντικείμενα. Στην άκρη, είδε ένα μπαούλο. Ρώτησε αν μπορεί να το ανοίξει και, αφού ο Τούρκος δέχτηκε, το άνοιξε σιγά σιγά. Μέσα ήταν διάφορα χαρτιά και ανάμεσά τους βρήκε ένα παλιό ημερολόγιο.
Κάθισε σε έναν αναπαυτικό καναπέ και άρχισε να διαβάζει κάποιες σκόρπιες σελίδες. Κατάλαβε ότι ήταν κάποιας κοπέλας που δούλευε στο σπίτι ως γκουβερνάντα. Συνέχισε να διαβάζει για να δει τι έγραφε και αν είχε φτάσει ως την ημέρα της καταστροφής.
Κυριακή 7/9/1919
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα, ήταν μια ξεκούραστη μέρα. Τα αφεντικά έλειπαν για αρκετή ώρα. Μετά την εκκλησία, θα πήγαιναν στου Ναυάρχου για καφέ και μεσημεριανό. Η κυρία φόρεσε το καινούργιο ροζ φόρεμα που ράψαμε, το άσπρο καπέλο της με τα ροζ τριανταφυλλάκια και την άσπρη ομπρέλα της. Τη θαύμαζα, πόσο όμορφη ήταν! Εγώ πήρα τα δυο κορίτσια με τα φορεματάκια τους και τα καινούργια παπούτσια και πήγαμε μια ωραία βόλτα! Φτάσαμε ως την προκυμαία, κάτσαμε και στο ζαχαροπλαστείο και φάγαμε μπακλαβά! Μετά περπατήσαμε, βλέποντας τις βαρκούλες να αρμενίζουν στα ήρεμα γαλανά νερά της θάλασσας. Η θέα ήταν τόσο όμορφη που σε έκανε να ξεχνάς ό,τι δυσάρεστο είχε συμβεί μέσα στη μέρα. Έπειτα, συνεχίσαμε προς την πολυσύχναστη αγορά αλλά τα παιδιά άρχισαν να κουράζονται και αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στο σπίτι. Το βράδυ, αφού ετοιμάσαμε το βραδινό και στρώσαμε το τραπέζι, άκουσα τον κύριο να λέει ότι τα πράγματα συνέχεια θα καλυτέρευαν τώρα που ο ελληνικός στρατός είχε πια εδραιωθεί στη Σμύρνη. Όλοι νιώθουμε τόσο ήρεμοι! Πάω να ξαπλώσω, αύριο θα σηκωθώ πάλι νωρίς!
Τετάρτη 30/9/1921
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα είχαμε τραπέζι, οικογενειακό. Ο κ. Αριστοτέλης, πρώτος ξάδερφος του κύριου που είναι στρατιωτικός και η οικογένειά του είχαν έρθει. Τα παιδιά παίζανε και τρέχανε. Αλλά οι μεγάλοι, μόλις φάγανε, ξεκίνησαν τα πολιτικά σε έντονο και σοβαρό ύφος. Κάτι γίνεται, έλεγε ο κ. Αριστοτέλης, ο στρατός μας δεν προχωράει πια….κουράστηκαν…δεν θα βγει σε καλό αυτό. Αλλά ο κύριος επέμενε και έλεγε ότι δεν υπάρχει φόβος και έχει εμπιστοσύνη στον ελληνικό στρατό αλλά και στην κυβέρνηση. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ αυτό θέλω να πιστεύω. Θέλω να σκέφτομαι μόνο θετικά και να μην φοβάμαι κάτι που δεν ισχύει ή κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί…
Τρίτη 12/9/1922
Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα φοβάμαι πως είναι η τελευταία μέρα που γράφω. Δυστυχώς, πρέπει να φύγουμε, όχι μόνο από το σπίτι αλλά και από τη πατρίδα μας. Οι Τούρκοι έχουν ήδη αρχίσει να μπαίνουν στην πόλη και να λεηλατούν το ένα σπίτι μετά το άλλο και να σκοτώνουν όσους βρίσκονται στο διάβα τους. Ο στρατός προσπαθεί να σώσει όσους μπορεί. Τα αφεντικά μου έχουν σκεφτεί έναν τρόπο να γλιτώσουμε. Σε λίγο θα φύγουμε, έχει συνεννοηθεί με τον Αμερικανό Πρόξενο να μπούμε σε ένα καράβι τους για την Ελλάδα. Δεν μπορούμε να πάρουμε τίποτα μαζί μας, μόνο ό,τι μπορούμε να έχουμε πάνω μας. Από το πρωί κλαίω, δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν θα ξαναδώ το σπίτι μας, την πόλη μας. Ρώτησα την κυρία να βάλω κάποια πράγματα στην άκρη, μήπως τα πάρουμε. Τόσα ωραία πράγματα! Με μάλωσε, τίποτα δεν έχει τόσο μεγάλη αξία όσο η ζωή. Μην κλαις Μαρία μου, όλα ξαναγίνονται, εμείς να είμαστε καλά! Μου έδωσε κουράγιο. Αποφάσισα σ’ αυτό το άγνωστο ταξίδι να πάρω μόνο κάποια χρήματα και το χρυσό σταυρό της μητέρας μου, για τύχη, όπως θα έλεγε κι εκείνη. Αυτή τη στιγμή και οι υπόλοιποι προσπαθούν να μαζέψουν ό,τι γίνεται να πάρουν μαζί τους. Εγώ ήθελα να γράψω ό,τι προλάβω, πριν μας ειδοποιήσουν ότι πρέπει να φύγουμε για το λιμάνι. Νοσταλγώ βαθιά τις εποχές που πηγαίναμε στην εξοχή και χαζεύαμε άπειρες ώρες τα λουλούδια και το ηλιοβασίλεμα που φαινόταν από το λιμάνι, όπου αρμένιζαν μικρές και μεγάλες βάρκες. Όμως αυτές οι όμορφες στιγμές τελείωσαν. Δυστυχώς, τώρα πρέπει να φύγουμε και εγώ αφήνω εδώ την παιδική ηλικία και τα πιο ανέμελα νεανικά μου χρόνια. Ελπίζω κάποτε να επιστρέψω στον τόπο που αγαπώ και να ξαναδώ αυτό το πανέμορφο τοπίο και να ξαναζήσω αυτές τις όμορφες στιγμές! Μέχρι τότε όλα αυτά θα είναι όμορφες αναμνήσεις!
Η Αλεξάνδρα, συγκινημένη, έκλεισε το ημερολόγιο και ρώτησε τον Τούρκο αν μπορεί να το δανειστεί για να το χρησιμοποιήσει στην έρευνά της. Τότε εκείνος, την κοίταξε μες στα μάτια, που ήταν ήδη βουρκωμένα και της είπε ότι μπορεί να το κρατήσει για πάντα. Άλλωστε δεν ήταν δικό του….
Κατερίνα Χρονοπούλου
