
Καρναβάλι…ακόμα και στην αρχαία Ελλάδα!
Οι απόκριες, είναι μία ευκαιρία για ξεφάντωμα, μεταμφιέσεις και χορό. Μία
παγκοσμίου φήμης εορτή, που όλοι γιορτάζουν, κανείς όμως δεν ξέρει από πού
προήλθε.
Στην αρχαία Ελλάδα, συνήθιζε να τελείται μια γιορτή που ονομαζόταν
«Ανθεστήρια». Τα «Ανθεστήρια» ήταν μια γιορτή για την αναγέννηση της φύσης,
καθώς και για την τίμηση της μνήμης των νεκρών. Ήταν αφιερωμένη στον θεό
Διόνυσο και πραγματοποιούνταν στην Aθήνα κατά τον μήνα Aνθεστηριώνα (τέλος
Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου) και διαρκούσε τρείς ημέρες.
Η πρώτη μέρα, ονομαζόταν «Πιθοίγια». Εκείνη την ημέρα, άνοιγαν τα πιθάρια
με το κρασί και πήγαιναν το πρώτο στο ιερό του εν Λίμναις Διονύσου. Ακόμη,
έκαναν θυσίες έξω από το κλειστό ιερό του θεού προς τιμήν του και εύχονταν να
καταναλώσουν αίσια τη νέα παραγωγή. Έπειτα, δοκίμαζαν το κρασί, χόρευαν και
τραγουδούσαν, ευχαριστώντας τον Διόνυσο. Εκείνη τη μέρα όπως και την επόμενη,
οι Αθηναίοι επέτρεπαν στους δούλους να πιούν μαζί τους.
Η δεύτερη μέρα, ονομαζόταν «Χόες». Τη μέρα εκείνη γινόταν η πομπική
είσοδος του Διονύσου στην πόλη πάνω σε ένα καράβι με τροχούς. Πάνω στο καράβι,
υπήρχαν μεταμφιεσμένοι κάτοικοι της πόλης που ονομάζονταν Σάτυροι. Οι Σάτυροι
πείραζαν τον κόσμο, δημιουργώντας κέφι, χαρά και κωμική διάθεση. Οι μάσκες που
φόραγαν ήταν πήλινες ή από δέρμα ζώου και όμοιες μεταξύ τους, ενώ αυτοί που δεν
φορούσαν μάσκες στεφανώνονταν με κισσό, το ιερό φυτό του Διονύσου. Όλοι
προσπαθούσαν να μοιάζουν με τράγους, χοροπηδούσαν γύρο από το τροχοφόρο
καράβι, χτυπώντας τη γη με τα πόδια τους (ίσως από εκεί προήλθε και η λέξη
καρναβάλι, αφού καρναβαλλίζω σημαίνει πηδηχτός χορός των βοσκημάτων). Ύστερα
γινόταν ο «ιερός γάμος» του θεού με τη σύζυγο του βασιλέως. Τέλος,
πραγματοποιούνταν αγώνες οινοποσίας όπου νικητής ήταν αυτός που κατανάλωνε το
περισσότερο κρασί.
Η τρίτη ημέρα, ονομαζόταν «Χύτροι». Την ημέρα εκείνη, έφτιαχναν κόλλυβα
που τα αφιέρωναν στον ψυχοπομπό Ερμή. Αυτή η παράδοση, είχε ξεκινήσει από
όσους σώθηκαν από τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα. Οι άνθρωποι πίστευαν πως τη
μέρα των Χυτρών οι ψυχές ανέβαιναν από τον Άδη και κυκλοφορούσαν αόρατες
ανάμεσά τους. Ακόμα, πίστευαν πως, εκτός από τις ψυχές των συγγενών τους, υπήρχε
και η παρουσία πονηρών πνευμάτων που μόλυναν τους ανθρώπους και τις τροφές.
Γύρω από τα ιερά τους, έδεναν ένα κόκκινο νήμα και στις πόρτες των σπιτιών τους
άλειφαν πίσσα και μασούσαν ράμφους. Αυτά λειτουργούσαν αποτρεπτικά και
εμπόδιζαν τα κακά πνεύματα να εισέλθουν. Τα βλαβερά πνεύματα και οι ψυχές
επέστρεφαν την ημέρα των Χυτρών στον κάτω κόσμο με τη φράση «Φύγετε, ψυχές
των νεκρών, τα Ανθεστήρια τελείωσαν πια».
Κωνσταντίνα Μηλάκη-Κατερίνα Χρονοπούλου
