
Γεώργιος και Παναγιώτα Λυγίζου
«Μεγάλη, πολύ μεγάλη φασαρία εκείνο το βράδυ. Είχανε κλείσει την πόρτα, πήγανε τα τανκς και την ρίξανε τραυματίζοντας πολλούς φοιτητές. Από την Πατησίων που μέναμε, ακουγόταν “Εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο”. Ήμασταν νιόπαντροι τότε 20 μέρες. Ακούγαμε φωνές “Ήρθε το τανκ, ήρθε το τανκ” . Ήμασταν κλεισμένοι μέσα στο σπίτι και φοβόμαστε να βγούμε έξω, όπως και ο περισσότερος κόσμος. Για δύο μέρες ήταν όλα κλειστά και γινόταν πολλή φασαρία. Μαθαίναμε τι συνέβαινε από το ράδιο, από σταθμό των φοιτητών, η Μαρία Δαμανάκη φώναζε: “Εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο” και μπορούσαμε να μάθουμε τι συνέβαινε. Η αδελφή μου ήθελε να πάει με μια φίλη της και ο πατέρας μου δεν την άφησε. Της είπε ότι αν πάει, δε θα βρει την πόρτα του σπιτιού τους ανοιχτή, θεωρούνταν πολύ επικίνδυνο να βρίσκεται κάποιος εκεί.»
Λαμπρινή Στεφανόπαπα
«Τότε που έγινε αυτή η εξέγερση των φοιτητών, ήμουν κι εγώ φοιτήτρια. Μια μέρα πριν από τη μοιραία βραδιά ήμουν με μια φίλη μου και ακούγαμε από το ραδιόφωνο “Εδώ πολυτεχνείο, εδώ πολυτεχνείο” και όλη την φασαρία και την αναταραχή που γινόταν. Ήθελα κι εγώ να πάω με την φίλη μου την Κατερίνα. Ξεκινήσαμε να πάμε, όμως η μαμά μου μπήκε μπροστά και από φόβο ότι κάτι θα μας συνέβαινε δεν μας άφησε να πάμε. Ένας ξάδελφος τής Κατερίνας είχε πάει να πάρει ένα δέμα που του στείλανε οι γονείς του από το χωριό. Ήταν φοιτητής στο τμήμα της γεωπονίας. Ενώ ήταν στον δρόμο και περπατούσε, τον συνέλαβαν, γιατί νόμιζαν ότι είναι φοιτητής από το πολυτεχνείο. Ο αδελφός μου είχε ένα ραδιόφωνο, οπότε μαθαίναμε τι συνέβαινε. “Εδώ πολυτεχνείο, είμαστε τραυματισμένοι, αδέλφια μας, ελάτε να μας βοηθήσετε!” το λέω και ανατριχιάζω! Το βράδυ ακούσαμε ότι μπήκαν τα τανκς στο Πολυτεχνείο και την άλλη μέρα από την Καλλιθέα ακούγαμε τα κανόνια από την Ακρόπολη που έριχναν μάλλον στον αέρα για εκφοβισμό. Ένιωθα ντροπή και αγανάκτηση που έριξαν την πόρτα, αλλά κυρίως για τους ήχους των κανονιών από Έλληνες σε Έλληνες, σκεπτόμενη ότι άλλοι λαοί που μας είχαν πολιορκήσει κατά την διάρκεια των χρόνων σεβάστηκαν την Ακρόπολη, ενώ οι χουντικοί όχι. Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί! Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον ήχο από τα κανόνια και τις φωνές που εξέπεμπε ο ραδιοφωνικός σταθμός.»
Χρυσόστομος Μήτσου
«Εγώ το 1973 ήμουν 25 ετών. Δεν ήμουν φοιτητής, είχα τελειώσει το στρατιωτικό και δούλευα. Όταν κλείστηκαν οι φοιτητές στο Πολυτεχνείο, μας επηρέασε όλους. Η μάνα μου, μου έδινε τρόφιμα να πάμε στους φοιτητές. Στις 16 Νοέμβρη, Παρασκευή, είχα κατέβει από τις 5:00 περίπου το απόγευμα για συμπαράσταση. Η Πατησίων ήταν πήχτρα. Αλλά και έξω από το κτήριο του Πολυτεχνείου, ήταν πολύς κόσμος μαζεμένος. Μια λαοθάλασσα που τραγουδούσαν και φώναζαν συνθήματα για να δώσουν δύναμη στους φοιτητές. Όμως και οι φοιτητές μέσω του σταθμού τους έδιναν τον παλμό, τα μηνύματά τους ακούγονταν παντού. Οι ώρες περνούσαν. Κατά τις 12:00 με 1:00 μετά τα μεσάνυχτα, ο κόσμος άρχισε να φεύγει και όλοι έλεγαν ότι θα επέστρεφαν το επόμενο πρωί. Έτσι κι εγώ, ξεκίνησα για το σπίτι μου περίπου στη 1:00 μετά τα μεσάνυχτα. Περπατούσα από την Πατησίων προς την Σταδίου, αποφάσισα να μην πάω από την πλατεία Κάνιγγος γιατί γίνονταν επεισόδια. Την ώρα που πλησίαζα στην πλατεία Κλαυθμώνος ήταν μαζεμένοι πολλοί αστυνομικοί που έμοιαζαν κάπως «χαμένοι». Μάλλον ούτε εκείνοι γνώριζαν ακριβώς τι επρόκειτο να συμβεί, σαν να περίμεναν διαταγές. Δεν με σταμάτησε κανένας και συνέχισα να ανεβαίνω την Βασιλίσσης Σοφίας. Στο δρόμο, όσο προχωρούσα, είχα τα χέρια στις τσέπες και δεν έτρεχα. Είδα κάποιους να τους συλλαμβάνουν, εμένα όχι. Αργότερα, όταν ξανασκεφτόμουν τα γεγονότα, κατάλαβα ότι μάλλον τη γλίτωσα, επειδή φόραγα το τζάκετ του στρατού (είχα απολυθεί το 1971). Έφτανα στο ξενοδοχείο Hilton, όταν άκουσα τις ερπύστριες των τανκς που κατέβαιναν την λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ο θόρυβος από τις ερπύστριες ήταν χαρακτηριστικός. Περίπου στις 2:00 έφτασα στο σπίτι, η μάνα μου με περίμενε πίσω από την πόρτα. Άκουγαν τον σταθμό του Πολυτεχνείου. Ακούγαμε τους φοιτητές να παρακαλούν τους στρατιώτες να μην τους ρίξουν. Σκέφτηκα να πάω πάλι πίσω, αλλά με σταμάτησαν οι γονείς μου, δεν θα μπορούσα να φτάσω. Εξάλλου είχα ήδη δει τις συλλήψεις. Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ εκείνη την τελευταία παράκληση του εκφωνητή , να μην τους χτυπήσουν. Κι όμως ένας Έλληνας αξιωματικός έδωσε το σήμα και ένας Έλληνας φαντάρος οδήγησε το τανκ απέναντι από Έλληνες φοιτητές. Δεν είχαν όπλα για να θεωρηθούν αντιμαχόμενοι. Τραγικό, γιατί μιλάμε για παιδιά. Για μένα δεν έχει νόημα ο αριθμός των νεκρών, είτε ήταν ένας είτε δέκα είτε εκατό είτε περισσότεροι θα είναι το ίδιο, διότι μιλάμε για παιδιά και νέους. Δεν μας είπαν ποτέ την αλήθεια ούτε πόσοι ήταν οι νεκροί , οι αγνοούμενοι και οι τραυματίες, γιατί φυσικά δεν τους συνέφερε. Ακόμα και μετά από πολλά χρόνια κάποιοι από αυτούς που υποστήριζαν την χούντα, συνέχισαν να υποστηρίζουν πως εκείνη τη μέρα τίποτα δεν είχε γίνει. Μάθαμε μετά από καιρό την αλήθεια! »
Παναγιώτα Ξεργιά, Κατερίνα Χρονοπούλου
