
Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και όπως κάθε χρόνο και σε όλα τα ανθρώπινα σπίτια, χαρά, ζεστασιά και οικογενειακή θαλπωρή πλημμύριζε τον κόσμο όλο. Τα σπίτια με τα κιτρινωπά φώτα των κεριών και την ζεστασιά, τα τραπέζια γεμάτα με φαγητό και κόσμο. Οικογένειες που γιορτάζουν την γέννηση του Χριστού. Μα και στα σκοτεινά και κρύα έγκατα της Γης χαίρονταν. Τρομερά πλάσματα που κάθονταν όλο τον χρόνο και με τα τσεκούρια τους προσπαθούσαν να κόψουν το δέντρο που κράταγε την Γη. Αυτά τα τρομερά και φοβερά πλάσματα, οι Καλικάντζαροι, που δεν ήθελαν το καλό του κόσμου, άρχισαν να οργανώνονται για την πορεία τους προς τον επάνω κόσμο. Με τα κατάμαυρα πόδια τους αυτές οι δαιμονικές φιγούρες σκαρφάλωναν σαν κατσαρίδες έτοιμοι να κατασπαράξουν τα πάντα στον διάβα τους.
Σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη ενός χωριού μια οικογένεια με ένα μικρό κοριτσάκι, την Μαίρη, ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο. Η μαμά της την πήγε στο κρεβάτι της και την φίλησε στο μέτωπο. Οι ώρες πέρναγαν ήσυχα και το μεγάλο ρολόι της εκκλησίας χτύπησε μεσάνυχτα. Τα φώτα από τα φανάρια στις κολόνες του δρόμου έσβησαν. Σκοτάδι απλώθηκε παντού στην πόλη και οι Καλικάντζαροι πλημμύρισαν την πόλη σαν λυσσασμένοι λύκοι έτοιμοι να κατασπαράξουν τα πάντα στον διάβα τους. Μπαίνουν μέσα στα σπίτια από τις καμινάδες, καταστρέφουν τα στολισμένα καράβια, τρώνε τα γλυκά και τα φαγητά. Ξαφνικά ένα κηροπήγιο πέφτει και από τον ήχο η Μαίρη ξυπνά και προχωρά διστακτικά προς το σαλόνι. Τα μικρά χεράκια της κρατάν σφιχτά την κούκλα από πανιά που η μαμά της της έφτιαξε. Άξαφνα μπροστά της αντικρίζει έναν Καλικάντζαρο, κατάμαυρο σαν την πίσσα με μυτερά αυτιά και νύχια, να την κοιτά κατάματα. Αντί να τρομάξει, πλησίασε κοντά του με μικρά διστακτικά βήματα, τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Εκείνος σάστισε, γρύλισε σαν ζώο και την έδιωξε μακριά. Γύρισε προς τον μπουφέ με τα μελομακάρονα και είδε μία φωτογραφία ενός άνδρα μεγάλης ηλικίας, τη δική του φωτογραφία. Αμέσως κατάλαβε ότι αυτό το μικρό κοριτσάκι ήταν η εγγονή του. Ο άνθρωπος αυτός μετατράπηκε σε αυτό το αποκρουστικό πλάσμα λόγω της τσιγκουνιάς του. Όμως, όταν κατάλαβε τι είχε συμβεί, ήταν πια αργά. Πλησίασε την μικρή και της είπε:
- Μικρή μου θα με βοηθήσεις με κάτι;
- Ναι, απάντησε η μικρή με χαρούμενη φωνούλα.
- Θέλω να επανορθώσω για ό,τι έχω κάνει στο παρελθόν. Για να το καταφέρω αυτό, θέλω την βοήθειά σου.
- Τι πρέπει να κάνω;
- Να με βοηθήσεις να κάνω τρεις καλές πράξεις.
- Εντάξει!
- Από πού λες να ξεκινήσουμε;
- Γιατί δεν βοηθάς τα παιδάκια που κάθε βράδυ κάθονται έξω από την εκκλησία και παρακαλούν για φαγητό;
- Μμμμ, καλή ιδέα!
Οι δύο τους κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία. Όταν έφτασαν, τα δύο αδελφάκια είχαν κουλουριαστεί στην γωνία και κοιμόντουσαν. Ο Καλικάντζαρος πλησίασε τα παιδιά και μέσα στο καπέλο που είχαν αφήσει στο δρόμο άφησε μέσα 70 χιλιάδες δραχμές ελπίζοντας πως θα ήταν αρκετά για να περάσουν τις φετινές γιορτές με την οικογένειά τους. Στη συνέχεια, αποφάσισαν να πάνε προς την μεγάλη πλατεία. Εκεί συνάντησαν μία γιαγιά που έκλαιγε, το κοριτσάκι την πλησίασε και της είπε με μία χαμηλή και γλυκιά φωνούλα:
- Γεια σας, κυρία.
- Γεια σου, μικρούλα μου.
- Τι κάνετε εδώ μόνη σας; Γιατί κλαίτε; , ρωτάει το κοριτσάκι όλο περιέργεια.
Η γριούλα γυρνάει με ένα πικρό χαμόγελο:
- Να, ας πούμε πως κι εγώ έχω μια εγγονούλα σαν εσένα αλλά δεν μπορώ να την δω.
- Γιατί;
- Γιατί κάποτε διαφωνήσαμε με την μαμά της, την κόρη μου, και από τότε φοβάμαι πως δεν θα θέλει να με ξαναδεί.
- Πού μένει;
- Κοντά στην μικρή πλατεία.
- Εντάξει. Εγώ και ο φίλος μου θα σε βοηθήσουμε. Το κοριτσάκι έδειξε προς τον μεγάλο γέρικο πλάτανο που καθόταν ο Καλικάντζαρος. Μα…
- Χαχα! Πού δείχνεις μικρούλα μου; Αφού δεν είναι κανένας εκεί στο σκοτάδι …
Το κοριτσάκι τά ΄χασε για λίγο και κατευθύνθηκε προς τον Καλικάντζαρο. Εκείνος αμέσως της εξήγησε ότι κρύφτηκε για να μην τρομάξει την γυναίκα. Το κοριτσάκι τού εξήγησε τι είχε πάθει η κυρία και ο Καλικάντζαρος σκέφτηκε μια ιδέα για να συμφιλιώσει τις δυο γυναίκες. Το κοριτσάκι έγραψε ένα γράμμα στην κόρη της εξηγώντας της την κατάσταση και ο καλικάντζαρος έκανε αυτό που ξέρει καλά. Τρύπωσε στο σπίτι της, μα αυτή την φορά αντί να καταστρέψει και να μαγαρίσει τα φαγητά, άφησε το γράμμα πάνω στο κομοδίνο της γυναίκας. Μόλις βγήκε έξω, ευχήθηκαν και οι δύο να καταφέρουν τον σκοπό τους. Όσο σκέφτονταν τι άλλο μπορούσαν να κάνουν, η Μαίρη ρώτησε τον Καλικάντζαρο:
- Πώς σου συνέβη αυτό;
- Πριν μερικά χρόνια πέθανα το δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων και επειδή όλη μου τη ζωή ήμουν κακός και τσιγκούνης, μετατράπηκα σε αυτό το πλάσμα που βλέπεις σήμερα.
- Γιατί αποφάσισες να αλλάξεις τώρα;
- Γιατί γνώρισα ένα μικρό κοριτσάκι σε ένα από τα σπίτια που επισκεπτόμουν και κατάλαβα πως τη γνώριζα. Κατάλαβα πως μπορούσα να ξεφύγω από αυτή τη μιζέρια και την κακία. Είχα ακούσει κάποτε για το πώς λύνεται αυτό το πρόβλημα και… Εσύ γιατί με βοηθάς και γιατί δεν τρόμαξες; Πώς κατάλαβες ποιος ήμουν;
- Ίσως γιατί καθόσουν δίπλα στη φωτογραφία που έχει βάλει η γιαγιά για να σε θυμάται. Κάτι μου φάνηκε γνώριμο πάνω σου. Η Μαίρη αμέσως αναπήδησε από τον ενθουσιασμό της: Το βρήκα, το βρήκα!!
- Τι βρήκες μικρούλα μου;
- Θα στολίσουμε την πόλη!!
- Τι;
- Θα στολίσουμε την πόλη με γιρλάντες, φωτάκια και διάφορα στολίδια.
- Μπράβο μικρούλα μου, ωραία ιδέα!!
Έτσι, φτιάχνοντας και βρίσκοντας διάφορα παλιά στολίδια και γιρλάντες στόλισαν την μεγάλη πλατεία και τους δρόμους της πόλης. Με το πρώτο φως της ημέρας και την πρώτη εμφάνιση του ήλιου οι χωρικοί βγήκαν από τα σπίτια τους και αντίκρισαν ένα πρωτόγνωρο θέαμα! Οι κολόνες περιβάλλονταν από πράσινες γιρλάντες με μικρά στολίδια και ο μεγάλος πλάτανος στη μέση του χωριού ήταν στολισμένος με πολύχρωμα, μεγάλα και μικρά στολίδια. Οι άνθρωποι μαζεύτηκαν γύρω από το δέντρο και αμέσως μία οικογενειακή ζεστασιά πλημμύρισε τον τόπο. Σε ένα από τα ελάχιστα σοκάκια όπου ακόμα ο ήλιος δεν είχε απλώσει το φωτεινό πέπλο του ο καλικάντζαρος και το μικρό κοριτσάκι περίμεναν για το τι θα συνέβαινε στη συνέχεια. Ξαφνικά λευκός καπνός βγήκε από τον καλικάντζαρο, ο οποίος μετατράπηκε σε πνεύμα και αναλήφθηκε στους ουρανούς. Το κοριτσάκι έτρεξε στην πλατεία και είδε όλους τους χωριανούς να ετοιμάζουν ένα μεγάλο τραπέζι φέρνοντας ο καθένας ό,τι είχε από το σπίτι του.
Η γιαγιά, την οποία είχαν βοηθήσει, τη χαιρέτισε από μακριά και σήκωσε πιο ψηλά τη νεογέννητη εγγονή της. Η Μαίρη έτρεξε με τη σειρά της στη γιαγιά της. Η γιαγιά της την σήκωσε ψηλά. Τότε η μικρή ψιθύρισε στο αυτί της « Ο παππούς τώρα είναι καλός! Μην φοβάσαι!». Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο της γιαγιάς, ενώ της ψιθύρισε και εκείνη χαμηλόφωνα «Καλά Χριστούγεννα κοριτσάκι μου!».
ΤΕΛΟΣ
Κατερίνα Χρονοπούλου
