Ο Νίκος ήταν ένας μαθητής της Β’ Γυμνασίου. Τον τελευταίο καιρό δεν ήθελε να πηγαίνει σχολείο εφόσον μερικά παιδιά τον κορόιδευαν για τα μπλε στρογγυλά γυαλιά του και για το ότι ήταν αρκετά ήσυχος. Στα διαλλείματα όταν διάβαζε, του έπαιρναν την τσάντα και γελούσαν με αυτόν. Ο Νίκος ένιωθε φόβο και ντροπή αλλά περισσότερο στενοχώρια που δεν τον έπαιζαν οι άλλοι συμμαθητές του. Πίστευε πως έφταιγε ο ίδιος και για αυτό δεν μιλούσε σε κανέναν.
Όμως μια μέρα καθώς έτρωγε το κολατσιό του, η φιλόλογός του, η κυρία Αφροδίτη τον παρατηρούσε για ώρα. Καθόταν μόνος χωρίς παρέα και έτσι κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Τον κάλεσε μέσα στο γραφείο για να μιλήσουν αλλά εκείνος στην αρχή δεν έλεγε τίποτα. Όμως μόλις κατάλαβε πως μπορούσε να εμπιστευθεί την κυρία Αφροδίτη, της τα είπε όλα.
Της είπε για όλο αυτό τον καιρό που τον κορόιδευαν, για τις φορές που τα παιδιά προσπαθούσαν να του σπάσουν τα γυαλιά, για το bulling που δέχεται γιατί είναι ήσυχος και του αρέσει και το διάβασμα. Της είπε τα πάντα. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η φιλόλογος, ήταν να ενημερώσει τη διευθύντρια, την κυρία Βούλα και βεβαίως τους γονείς του παιδιού.
Έτσι, όλοι μαζί πήραν τα κατάλληλα μέτρα και ενημέρωσαν όλους τους μαθητές για τον σχολικό εκφοβισμό. Όλοι πλέον κατάλαβαν τι περνούσε ο Νίκος και ήθελαν πια να τον κάνουν παρέα.
Από εκείνη την ημέρα και έπειτα, δεν έμενε λεπτό μόνος του. Πάντα έτρωγε με τους τωρινούς του φίλους, πάντα υπήρχε κάποιος να τον περιμένει στη στάση του λεωφορείου, πάντα θα υπήρχε κάποιος να του κρατάει την ομπρέλα στη βροχή. Πάντα υπήρχε κάποιος να τον στηρίζει στις δύσκολες στιγμές του, να τον σηκώνει όταν πρέπει, να του δίνει θάρρος.
Ναι, από εκείνη την ημέρα και έπειτα, δεν έμεινε λεπτό μόνος του.
