Απόσπασμα από τη “Σονάτα του Σεληνόφωτος”, Γιάννης Ρίτσος

Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.

Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει

νά βγῶ ἀπ” αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.

Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία — ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,

τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της

τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της

μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας,

μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —ν” ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,

νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου

μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

Επιλογή: Νίκη Βαρσαμή