Παραμύθια: Μια φορά κι έναν καιρό…

paramythia

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ……

Ακολουθούν παραμύθια που έγραψαν οι ίδιοι οι μαθητές και οι μαθήτριες χρησιμοποιώντας τη φαντασία τους και αξιοποιώντας τη δημιουργική τους διάθεση.

Ο στοργικός Βασιλιάς και ο πρίγκιπας

από τη Σοφία Κουτεντάκη, Γ7

 

Κάποτε, σε ένα βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς με τον μονάκριβο γιο του. ο πρίγκιπας περίμενε με ανυπομονησία όλη του τη ζωή, για να πάρει το θρόνο του πατέρα του. Ο βασιλιάς ήταν τόσο δυστυχισμένος που ο γιος του δεν αγαπούσε τον ίδιο αλλά

την εξουσία του. Απ’ την μεγάλη στεναχώρια, ο βασιλιάς ευχήθηκε να μην είχε στεφθεί ποτέ και να ήταν ένας απλός πατέρας, αγαπημένος με το παιδί του.

Την επόμενη μέρα ξύπνησε σε μια φτωχική καλύβα. Ο βασιλιάς παρότι ξαφνιάστηκε με αυτό που του συνέβη, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ψάξει τον αγαπητό του γιο. Τον βρήκε σε ένα βουνό να βόσκει πρόβατα, λες και το έκανε αυτό από μικρός. Αμέσως ο βασιλιάς θυμήθηκε την ευχή του και κατάλαβε τι

είχε γίνει. Τότε ρώτησε τον γιο του: «Με αγαπάς παιδί μου;» . Ο πρίγκιπας του απάντησε: «Φυσικά, πατέρα». Ένα δάκρυ ευτυχίας έτρεξε στο πρόσωπο του πλέον ευτυχισμένου βασιλιά. Ποτέ ο βασιλιάς δεν αποκάλυψε την ευχή του στο πρίγκιπα,

γιατί ήξερε πως από εδώ και έπειτα θα ήταν ευτυχισμένοι…..

Το Δέντρο που αγαπούσε.

από τη Δάφνη Χαραμποπούλου και την Ελέρια Τσαίνη, Α9

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν κόσμο μαγικό που τα δέντρα μπορούσαν να

αγαπήσουν και μόνο μια φορά να μιλήσουν, ζούσε ένα παιδάκι ο Ντάνιελ που ήθελε

να γίνει μουσικός .Το παιδί είχε μεγάλα όνειρα αλλά όλοι τον κοροϊδεύαν και του

έριχναν αυτοπεποίθηση.

Μια μέρα που τριγυρνούσε στο πάρκο είδε ένα παράξενο δέντρο. Το πλησίασε και άρχισε να του μιλάει και να κλαίει λέγοντας τον καημό του. Για πρώτη φορά ένιωσε πώς κάποιος τον καταλάβαινε τον υποστήριζε…Από τότε και έπειτα του μίλαγε καθημερινά για τα όνειρά του τις σκέψεις του για την οικογένειά του.

Ένα βροχερό Σάββατο ο Ντάνιελ δεν πήγε στο δέντρο από τότε και για μια βδομάδα ο Ντάνιελ δεν επισκεπτόταν το δέντρο γιατί σιγά σιγά έκανε νέους φίλους και υποτιμούσε το γεγονός ότι μιλούσε σε ένα δέντρο…Όταν όμως σύντομα ο Ντάνιελ κατάλαβε ότι τον κορόιδευαν πισώπλατα και τον εκμεταλλεύονταν έτρεξε γρήγορα πίσω στην αγκαλιά του δέντρου και άρχισε να κλαίει με μαύρο δάκρυ ζητώντας του συγνώμη.!!

Ένα χρόνο μετά οι χωριανοί αποφάσισαν να κόψουν το δέντρο γιατί δεν είχε μιλήσει ακόμα. Αμέσως ο Ντανιέλ έτρεξε και κάθισε στο πιο ψηλό κλαρί του δέντρου ώστε να μην μπορέσουν να το κόψουν. Τα κατάφερε! Με αυτό τον τρόπο το παιδί μπόρεσε να του ανταποδώσει όλες τις στιγμές που το δέντρο στεκόταν στο πλάι του.!

Το δέντρο αποφάσισε ότι ο Ντάνιελ άξιζε να ακούσει τη σοφή του κουβέντα και επιτέλους του μίλησε: «Και εμένα με κορόιδευαν γιατί δεν είχα μιλήσει ακόμη μα όταν βρήκα ένα φίλο, εσένα Ντάνιελ που μοιραζόμασταν τα πάντα ο ένας για τον άλλο κατάλαβα πως το πιο σημαντικό είναι να ελπίζεις να έχεις πίστη στη ζωή σου…!!!»

Όταν ο Ντάνιελ μεγάλωσε έγινε σπουδαίος μουσικός έκανε μια μεγάλη οικογένεια και πολλούς καλούς φίλους. Έγραψε μουσικά κομμάτια προς τιμήν του δέντρου μα, είχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού του την κουβέντα του δέντρου «πάντα να ελπίζεις» και έζησε ευτυχισμένος!

Ο δράκος, το κορίτσι και το μυστικό της σπηλιάς.

από τον Κουτεντάκη Αντώνη, Α2

Μία φορά κι έναν καιρό κάπου στα μακρινά δάση της Κίνας, υπήρχε μια σπηλιά στην οποία ζούσε ένας δράκος ο οποίος, οι φήμες έλεγαν, ότι ήταν πολύ επικίνδυνος. Στα μακρινά δάση των βουνών αυτών λοιπόν, σε έναν οικισμό, ζούσε μία οικογένεια από την οποία, λένε, ο δράκος στα αρχαία χρόνια είχε σκοτώσει δώδεκα συγγενείς τους αλλά δεν ήταν επιβεβαιωμένο. Λόγω αυτού, δεν πλησίαζαν καθόλου αυτήν την σπηλιά.

Μία μέρα, όμως, η μικρή τους κόρη ονόματι Χίντι μαζί με τις φίλες της αποφάσισαν να πάνε προς το δάσος να παίξουν. Εκεί η Χίντι είχε μία ατυχή στιγμή, έπεσε, σκοντάφτοντας σε ένα ξύλο, με αποτέλεσμα να πονάει φρικτά το πόδι της σε σημείο που δεν μπορούσε να περπατήσει. Οι φίλες της, με βαριά καρδιά αποφάσισαν να φύγουν διότι είχε βραδιάσει και της είπαν πως θα πάνε αύριο το πρωί να την σώσουν. Η Χίντι έμεινε μόνη της εγκαταλελειμμένη από τις φίλες της, σε ένα πυκνό δάσος να κλαίει, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τον δράκο.

Ο δράκος εμφανίστηκε μπροστά της. Η Χίντι ήταν τρομαγμένη σαν γάτα στην βροχή αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Έπειτα ο δράκος την πήγε στην ζεστή και φιλόξενη σπηλιά του όπου την φρόντισε δίνοντας νερό και φαγητό.

Ωστόσο οι γονείς της Χίντι είχαν σκάσει από την αγωνία τους και την έψαχναν όλο το βράδυ. Το πρωί είχε φτάσει, όλο το χωριό έψαχνε για την Χίντι αλλά κανείς δεν πλησίαζε στην σπηλιά. Όλοι είχαν χάσει τις ελπίδες τους… Όλος ο κόσμος στεναχωρημένος παρηγορούσε την οικογένεια της Χίντι και ετοίμαζαν την κηδεία της.

Η ημέρα της κηδείας είχε φτάσει. Στα μισά της λειτουργίας ένας τεράστιος ήχος ακουγόταν ασταμάτητα. Βγαίνει έξω ο κόσμος και αντικρίζει τον θρυλικό και ακαταμάχητο, φοβερό δράκο να έχει στην αγκαλιά του την Χίντι, η οποία ήταν χαμογελαστή για κάποιον ανεξήγητο λόγο! Όλοι παραξενεμένοι και τρομαγμένοι, παρακολουθούν τις κινήσεις του δράκου. Ο δράκος αφήνει την Χίντι κάτω. Η Χίντι τον παίρνει μια αγκαλιά και στη συνέχεια πηγαίνει στην μαμά της. Η μητέρα της μόλις έμαθε τι έγινε, πήγε να ευχαριστήσει τον Δράκο. Οι φίλες της ζήτησαν συγνώμη που την εγκατέλειψαν. Έκτοτε όλοι ζούσανε χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι. Έτσι ζήσαμε εμείς καλά και αυτοί καλύτερα.

Από αυτήν την ιστορία μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν πρέπει να κρίνουμε

κάποιον με βάση τις φήμες και την εξωτερική του εμφάνιση.