Αφιερωμένο στις γυναίκες, με αφορμή την Ημέρα της Γυναίκας
| Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα, ἐγώ σέ πρσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν. Στολίζεις κάποιο πάρκο1. |
|
| 5 | Θαρρεῖ κανείς πώς ἔχεις ἐλαφρά ἀνακαθήσει νά θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο πού εἶδες, πώς παίρνεις φόρα νά τό ζήσεις. Ἀπό κοντά ξεκαθαρίζει τό ὄνειρο: δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τά χέρια σου |
| 10 | μ” ἕνα σκοινί μαρμάρινο κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου κάτι νά σέ βοηθήσει νά ξεφύγεις τήν ἀγωνία τοῦ αἰχμάλωτου. Ἔτσι σέ παραγγείλανε στό γλύπτη: |
| 15 | αἰχμάλωτη. Δέν μπορεῖς οὔτε μιά βροχή νά ζυγίσεις στό χέρι σου, οὔτε μιά ἐλαφριά μαργαρίτα. Δεμένα εἶναι τά χέρια σου. |
| 20 | Καί δέν εἶν” τό μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.2 Ἄν κάτι πήγαινε ν” ἀλλάξει στήν πορεία τῶν μαρμάρων, ἄν ἄρχιζαν τ” ἀγάλματα ἀγῶνες γιά ἐλευθερίες καί ἰσότητες, |
| 25 | ὅπως οἱ δοῦλοι, οἱ νεκροί καί τό αἴσθημά μας, ἐσύ θά πορευόσουνα μές στήν κοσμογονία τῶν μαρμάρων |
| 30 | μέ δεμένα πάλι τά χέρια, αἰχμάλωτη.
Ὅλοι σέ λένε κατευθείαν ἄγαλμα, |
| 35 | κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου εὐγονία3 ἀγαλμάτων, καλή σοδειά ἀκινησίας. Γιά τά δεμένα χέρια σου, πού ἔχεις ὅσους πολλούς αἰῶνες σέ γνωρίζω, |
| 40 | σέ λέω γυναίκα.
Σέ λέω γυναίκα |
| (Τό λίγο τοῦ κόσμου, 1971) |
|
