των Πέρσας Σιμσιρή και Μαρίλιας Χαραλαμποπούλου
Ο/Η σχολικός/ή ψυχολόγος και ο/η σχολικός/ή κοινωνικός/ή λειτουργός αποτελούν βασικά μέλη της σχολικής κοινότητας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη μαθητών, εκπαιδευτικών και οικογενειών. Μέσα από δράσεις πρόληψης, συμβουλευτικής, διαμεσολάβησης και συνεργασίας με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, ενισχύουν το αίσθημα ασφάλειας, τη συμπερίληψη και τη συναισθηματική ευημερία στο σχολικό περιβάλλον.
Στο πλαίσιο της παρούσας συνέντευξης με την κυρία Νίκη Ελένη Βρεττάκου και την κυρία Ευαγγελία Υψηλάντη, ψυχολόγο και κοινωνική λειτουργό αντίστοιχα, που υπηρετούν φέτος στο Σχολείο μας, επιδιώκουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον ρόλο τους, τις αρμοδιότητές τους, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν στην καθημερινή τους εργασία καθώς και τη συμβολή τους στην υποστήριξη της σχολικής κοινότητας. Μέσα από τις απαντήσεις τους θα αναδειχθεί η σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας και των παρεμβάσεων που προάγουν την ψυχική υγεία, την κοινωνική συνοχή και την ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών/τριών.
- Με ποιο κριτήριο επιλέξατε το επάγγελμά σας;
- Νίκη Ελένη Βρεττάκου: Λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι το κριτήριο δεν μου ήταν πολύ ξεκάθαρο, όταν χρειάστηκε να επιλέξω στις πανελλήνιες και έκανα το μηχανογραφικό μου. Ήμουν ανάμεσα στη δημοσιογραφία και στην ψυχολογία και η αλήθεια είναι ότι δήλωσα, τελικά, την ψυχολογία περισσότερο από περιέργεια. Όταν είδα τα μαθήματα μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα και είχα την περιέργεια να τα διδαχθώ και στην πορεία είδα ότι μου ταίριαξε και ότι μου άρεσε πολύ αυτό.
- Ευαγγελία Υψηλάντη: Λοιπόν, πάντα ήθελα να κάνω κάτι που να έχει να κάνει με τους ανθρώπους, με επικοινωνία, με κόσμο κλπ. Δεν ήθελα με τίποτα να κλειστώ σε ένα γραφείο και να υπογράφω συμβόλαια. Ήμουν στη θεωρητική κατεύθυνση, οπότε τα επαγγέλματα που με αφορούσαν είναι αυτά πάνω κάτω και κάπως έτσι το διάλεξα. Έχει κόσμο, έχει επικοινωνία, έχει προσφορά και πολλές επιλογές.
-Γιατί επιλέξατε να εργαστείτε στο χώρο της εκπαίδευσης;
- Ν.Ε.Β.: Λοιπόν, επέλεξα να εργαστώ στον χώρο της εκπαίδευσης, αφού πρώτα είχα εργαστεί και σε άλλα πλαίσια που είχαν να κάνουν με την ψυχική υγεία, με παιδιά με αυτισμό. Με τη συμβουλευτική υποστήριξη, τελικά, κατέληξα στην εκπαίδευση, γιατί σκέφτηκα ότι χρειαζόμουν και εγώ στην σχολική μου ηλικία, όταν ήμουνα μικρή, ανθρώπους που να νοιάζονται και να φροντίζουν όπως είναι οι ψυχολόγοι. Και ήθελα να υπάρξω και εγώ μία ψυχολόγος που θα μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά, να έχω δηλαδή τη βοήθεια που δεν είχα εγώ όταν ήμουν παιδί.
- Ε.Υ.: Γιατί, στο τέλος της σχολής μας, κάναμε πρακτική. Και στην πρακτική πέρασα από διάφορα πλαίσια. Πέρασα από σχολεία, πέρασα από τη διπολική αγωγή, πέρασα από ψυχιατρείο, πέρασα και από εξαρτήσεις. Και εκεί – όταν πέρασα από το σχολείο – ήμουν πια σίγουρη ότι αυτό είναι που μου αρέσει. Και γιατί τα άλλα πλαίσια μου φάνηκαν πάρα πολύ δύσκολα, μα πάρα πολύ δύσκολα, και ένιωθα ότι δεν μπορώ να προσφέρω. Όμως, στα παιδιά, ό,τι και να τους συνέβαινε, ό,τι θέμα και να είχαν, αναπηρίες, προβλήματα με τους γονείς κλπ., επειδή ήταν παιδιά και κάπως είχαν μια αθωότητα και μια χαρά, ένιωθα ότι πάντα υπάρχει τρόπος να τα κάνω χαρούμενα, να τα κάνω κάπως να ξεχαστούν. Ένιωθα ότι εκεί μπορώ να προσφέρω στην παιδικότητα και στο παιδί.
-Ποια ικανοποίηση λαμβάνετε από την άσκηση του επαγγέλματός σας;
- Ν.Ε.Β.: Λοιπόν, η ικανοποίηση που αντλώ – και την αντλώ καθημερινά – είναι ότι κάνω κάτι που αγαπώ πολύ και αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο και έχω και την τύχη να μπορώ από αυτό να βοηθάω ανθρώπους. Είναι πολύ σημαντικό να αγαπάμε τη δουλειά μας. Και ικανοποίησή μου είναι, κυρίως, όταν οι άνθρωποι, μετά από αρκετές συναντήσεις που θα κάνω μαζί τους, συνήθως έρχονται και μου λένε ότι πραγματικά υποστηρίχτηκαν από μένα και ότι ουσιαστικά ικανοποιήθηκε ο σκοπός για τον οποίο ήρθαν σε μένα για βοήθεια.
- Ε.Υ.: Επειδή πρόκειται για τα παιδιά και τα παιδιά είναι αυθόρμητα, ειλικρινή πλάσματα, η ικανοποίηση είναι άμεση. Δηλαδή, εκείνη την ώρα θα σου πει το παιδί, θα σου χαμογελάσει… Θα σου πει, ξέρω εγώ, «σε ευχαριστώ». Θα σου δώσει άμεσα το αποτέλεσμα, οπότε, κατευθείαν το παίρνουν. Βλέπω τα πρόσωπά τους, χαίρονται… ή λυπούνται ή απογοητεύονται. Φαίνονται όλα κατευθείαν. Οπότε, είναι πολύ άμεσο. Είναι ωραίο.
-Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίζετε στην δουλειά σας;
- Ν.Ε.Β.: Η αλήθεια είναι ότι οι προκλήσεις είναι πάρα πολλές και πολύ σύνθετες. Γιατί είναι ένα επάγγελμα στο οποίο χρειάζεται κάποιος να σε εμπιστευτεί και το να σε εμπιστευτεί κάποιος και να σου πει τα πιο δύσκολα κομμάτια του και να μοιραστεί τις δυσκολίες του είναι κάτι πολύ ευαίσθητο. Επομένως, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να καταφέρεις να κάνεις έναν άλλον άνθρωπο να σε εμπιστευτεί και επίσης το να μπορέσουμε πραγματικά να βοηθήσουμε τους ανθρώπους. Γιατί πολλές φορές οι άνθρωποι μπορεί να θέλουν να βοηθούν, αλλά να μην εμπιστεύονται στα αλήθεια και να μην ανοίγονται στα αλήθεια και να είναι πολύ επιφυλακτικοί. Παρότι έρχονται, ας πούμε, για να βοηθηθούν μπορεί να παραμένουν και επιφυλακτικοί ταυτόχρονα. Άρα, το να κάνουμε λίγο περισσότερο ανοιχτούς τους ανθρώπους στους ψυχολόγους είναι κάτι που είναι μεγάλη πρόκληση.
- Ε.Υ.: Το μεγαλύτερο πρόβλημα, για μένα, είναι κρατικό, είναι οργανωτικό, επειδή η δική μου δουλειά έχει να κάνει πολύ με την παραπομπή δύσκολων περιπτώσεων. Αν ένα παιδί έχει θέμα με τους γονείς του, αν ένα παιδί έχει θέματα μαθησιακά, εγώ προσπαθώ πάντα να το στείλω κάπου εξωτερικά να βοηθηθεί, καθώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια από δημόσιο φορέα προς τα παιδιά. Υπάρχουν πάρα πολλές δύσκολες περιπτώσεις παιδιών που θέλω να βοηθήσω και δεν έχω τι να τις κάνω, δεν έχω που να τις στείλω.
-Τι είδους προβλήματα αντιμετωπίζουν τα παιδιά και οι έφηβοι στις μέρες μας και ποιες μεθόδους εφαρμόζετε προκειμένου να τα βοηθήσετε;
- Ν.Ε.Β.: Στην πρώτη ερώτηση, οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, νομίζω, οι έφηβοι είναι λίγο, οι σχέσεις μεταξύ τους, γιατί έχει έρθει το κινητό και έχει αντικαταστήσει πάρα πολύ την ανθρώπινη επαφή. Και έτσι οι έφηβοι, παρότι θέλουν πολύ να μιλήσουν και να αλληλοεπιδράσουν μεταξύ τους, δεν το κάνουν αυθόρμητα. Επικοινωνούν, κυρίως, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Επίσης, έχουν πάρα πολύ άγχος, νιώθουν πάρα πολύ έντονα συναισθήματα, αλλά δυσκολεύονται να τα μοιραστούν με την οικογένειά τους ή με τους ανθρώπους γύρω τους και έτσι γίνονται κλείνονται πάρα πολύ. Επίσης θεωρώ ότι οι έφηβοι φοβούνται πάρα πολύ για το μέλλον, μοιάζουν τα πράγματα να μην έχουν ιδιαίτερα νόημα για εκείνους. Φοβούνται για το αν θα βρουν δουλειά, για το πώς θα είναι τα πράγματα οικονομικά, για το πώς θα είναι η ζωή τους και νομίζω ότι έχουνε πολύ φόβο. Τώρα το πώς τους βοηθάω… Νομίζω ότι ο βασικός τρόπος με τον οποίο εγώ προσπαθώ να βοηθάω, που είναι αυτό που κάνει και το επάγγελμά μου, είναι η συζήτηση. Προσπαθώ να τους προσεγγίσω και να τους κάνω να μιλήσουν πιο ανοιχτά για αυτά που τους προβληματίζουν και να καταφέρουμε για λίγο να βάλουμε στην άκρη τα κινητά και την επικοινωνία που έχει χτιστεί μέσω των κινητών.
- Ε.Υ.: Πολύ άγχος. Κυρίως άγχος απόδοσης για τα μαθήματα, για τις εξετάσεις τους κ.λπ. Άγχος πολύ για τις σχέσεις τους, για φιλίες, για ερωτικές σχέσεις που ξεκινούν σε εκείνη την περίοδο. Αλλά το μεγαλύτερο θέμα των παιδιών νομίζω ότι είναι το άγχος που πλέον βλέπουμε πολύ να σωματοποιείται κιόλας. Μας μιλάνε παιδιά για κρίση πανικού, για κρίση άγχους και τέτοια πράγματα είναι πολύ έντονα πια. Εμείς τους βοηθάμε εδώ όσο μπορούμε με τη συζήτηση. Εμπλέκουμε πάντα και τους γονείς και προσπαθούμε να τα βοηθήσουμε πιο έτσι συστηματκά τέλος πάντων. Και παραπέμπουμε, εάν θεωρήσουμε ότι χρειάζεται και εξωτερική βοήθεια. Είναι αυτό που σας έλεγα πριν, ότι θα ήθελα να υπάρχουν περισσότερες δομές και περισσότερη βοήθεια εξωτερικά δημόσια για τα παιδιά, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει.
-Πέρα από την εκπαίδευση, πού μπορείτε να εργαστείτε;
- Ν.Ε.Β.: Πέρα από την εκπαίδευση και τον χώρο της ψυχικής υγείας που είναι αυτονόητο, είναι στα νοσοκομεία, σε ανθρώπους με προβλήματα υγείας οι οποίοι μπορεί να πάσχουν από ασθένειες όπως ο καρκίνος, από σοβαρά αυτοάνοσα. Με τους πρόσφυγες πάρα πολύ. Τώρα τελευταία θα έχετε ακούσει πολύ και για τη βία κατά των γυναικών, επομένως στην υποστήριξη γυναικών οι οποίες κακοποιούνται. Και στον αυτισμό, σε δυσκολίες που σχετίζονται και με την εκπαίδευση, με μαθησιακές δυσκολίες.
- Ε.Υ.: Μπορούμε να εργαστούμε στην εκπαίδευση, στην κοινωνική λειτουργία, στην ψυχική υγεία, σε διάφορες δομές απεξάρτησης, σε νοσοκομεία που όλοι δουλεύουν, στις κοινωνικές υπηρεσίες, στην πρόνοια, στους δήμους και σε διάφορα προγράμματα, στο προσφυγικό πολύ, σε δομές με προσφύγους και τέτοια πράγματα. Σε οτιδήποτε έχει να κάνει με κοινωνική φροντίδα. Είναι αρκετές οι επιλογές. Στην αστυνομία, με παραγωγική λειτουργία. Οι επαγγελματικές προοπτικές είναι μεγάλες.
-Μπορεί εύκολα να βρει κανείς εργασία;
- Ν.Ε.Β.: Δεν είμαι σίγουρη. Μιλώντας για την Ελλάδα πάντα, νομίζω ότι μπορεί να ακούγεται έτσι, ότι οι ψυχολόγοι είναι πολύ χρήσιμοι και τους χρειαζόμαστε, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ λίγες οι θέσεις εργασίας που ανοίγονται για τους ψυχολόγους και έχουν ακόμα πάρα πολλά να γίνουν για να πούμε ότι πράγματι υπάρχουν πολλές θέσεις εργασίας. Μπορεί στα λόγια να το λέμε, αλλά πρακτικά ναι μεν είμαστε χρήσιμοι ως ειδικότητα, αλλά οι θέσεις εργασίας νομίζω ότι παραμένουν ακόμα πολύ λίγες συγκριτικά με τις ανάγκες που έχουνε δημιουργηθεί.
- Ε.Υ.: Νομίζω ναι. Είναι πολλές οι δομές. Αλλά δεν είναι και πάρα πολλές οι θέσεις. Δηλαδή, σε ένα νοσοκομείο θα υπάρχει ένας κοινωνικός λειτουργός, για παράδειγμα. Είναι πολλές οι επιλογές, αλλά είναι λίγες οι θέσεις.
-Μπορείτε να θυμηθείτε ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο από την επαγγελματική σας ζωή;
- Ν.Ε.Β.: Λοιπόν, είναι η πρώτη εμπειρία που είχα ως ψυχολόγος. Τότε ήμουνα εκπαιδευόμενη ψυχολόγος, δηλαδή ακόμα δεν ήμουν επαγγελματίας. Εκεί που εκπαιδευόμουν ήταν σε παιδιά με αυτισμό. Ήταν ένα παιδί, ο Κωστής, που δεν πήγαινε ακόμα σχολείο. Και τους μάζεψε εκεί η εκπαιδευτικός για να τους πει ότι θα χρειαστεί η ίδια να αποχωρήσει, επειδή ήταν έγκυος στο παιδάκι της. Και έπρεπε να αποχωριστεί έτσι για λίγο τους μαθητές της. Ο Κωστής ήταν ένα παιδί το οποίο δεν μιλούσε. Ο αυτισμός καμιά φορά εκφράζεται έτσι, δεν υπάρχει ο λόγος, δεν υπάρχει βλεμματική επαφή. Ο Κωστής, λοιπόν, καθόταν στην καρέκλα του, δεν μιλούσε, δεν έδειχνε ότι τον αφορά αυτό που μοιραζόταν η εκπαιδευτικός εκεί. Και κάποια στιγμή, όταν η εκπαιδευτικός έφυγε από τον χώρο, σηκώθηκε από την καρέκλα του και πήρε τη φωτογραφία της, γιατί ήταν εκεί στον χόρο οι φωτογραφίες όλων. Πήρε τη φωτογραφία της εκπαιδευτικού, η οποία θα έφευγε για να γεννήσει, και με έντονο τρόπο την κόλλησε στον τοίχο. Την τοποθέτησε στον τοίχο δείχνοντάς μας έτσι ότι καταλάβαινε ακριβώς αυτό που έλεγε η εκπαιδευτικός, ότι θα λείψει για λίγες μέρες, και με αυτό τον τρόπο έδειχνε ότι θα του λείψει, ότι έτσι θα νιώσει την απουσία της. Ήταν ένα περιστατικό που με συγκίνησε πάρα πολύ και έχει μείνει σταθερά στη μνήμη μου από τότε.
- Ε.Υ.: Όταν δούλευα σε μια δομή για πρόσφυγες με ασυνόδευτα ανήλικα και είχα ασυνόδευτα ανήλικα κορίτσια μόνο, από 4 έως 15-16 χρόνων και ήταν κορίτσια από το Αφγανιστάν, από τη Συρία, τη Σομαλία, κυρίως από αυτές τις χώρες είχαμε πολλά παιδιά. Τα κορίτσια από το Αφγανιστάν αλλά και πάνω κάτω όλες εκεί οι κουλτούρες είχαν το θέμα με τη μαντίλα, με το χιτζάπ. Ήτανε λοιπόν τα κορίτσια μικρά, 12, 14, 15 ετών και είχαν πάρα πολύ άγχος πάντα στη ζωή τους μην τυχόν και βγουν έξω χωρίς τη μαντίλα τους και κάποιος τις δει και κάτι θα γίνει. Χωρίς, όμως, να το θέλουν ακριβώς. Κάπως το θεωρούσαν ότι είναι υποχρεωτικό, ότι πρέπει να βγουν με αυτό εκεί έξω. Και θυμάμαι κάποια στιγμή συζητούσα με ένα κορίτσι για το χιτζάπ και εκεί κάπου συνειδητοποίησε ότι στην Ελλάδα δεν κινδυνεύει να την σκοτώσει ένας άντρας , αν την δει έξω χωρίς το χιτζάπ. Και πραγματικά, θυμάμαι ότι έπαθε τέτοιο σοκ και ένιωσε τόση ελευθερία, όταν της είπα ότι δεν κινδυνεύει, δεν θα πεθάνει άμα δει το μαλλιά της κάποιος, ότι είναι ok στην Ελλάδα, ότι μπορεί να βγεις χωρίς αυτό αν θέλει. Αν θελεις να το φορέσεις, φόρεσέ το. Αλλά σου επιτρέπεται εδώ πέρα να βγεις χωρίς. Και είχε βουρκώσει μετά, έλεγε «τι ελευθερία ζείτε!». Και ξέρεις, σκεφτόμουν πώς την αντιλαμβάνεται κανείς την ελευθερία και πόσο μπορεί να αλλάξει έτσι. Αυτό το θυμάμαι. Και μετά έβγαινε. Έβγαινε στην αρχή με άγχος, βέβαια. Κοιτούσε δεξιά, αριστερά. Αλλά μετά ήταν πολύ χαρούμενη, της άρεσε.
- Ευχαριστούμε πολύ.
- Ν.Ε.Β.: Παρακαλώ.
- Ε.Υ.: Παρακαλώ.
