Κάτω απ’ τον λαμπερό τον ουρανό,
στο απέραντο πέλαγος εγώ ποντοπορώ,
μήτε λιμένα μήτε ορίζονται να δω,
αιώνιο θα ’ναι το ταξίδι αυτό.
Κι όταν η μαύρη νύχτα θα ξυπνήσει,
μόνο τ’ αστέρια θα ’χω για οδηγό,
όμοια με τον πολυμήχανο Οδυσσέα,
ταξίδι θα ’χω μακρινό.
Πάνω στην ξύλινη αυτή σχεδία,
στέκομαι καιρό πολύ,
κεραυνοί βροντούν του θυμωμένου Δία,
και τρέμει ολόκληρη η γη.
Κι αν τον κοσμοσείστη Ποσειδώνα η οργή κυριαρχήσει,
η θαλασσοταραχή γρήγορα θα ξεκινήσει,
τα κύματα περήφανα να στέκονται μπροστά μου,
και δυνατοί άνεμοι να σχίζουν τα πανιά μου.
Κι όταν στο τέλος φθάσει αυτή η μάχη,
η θάλασσα γαλήνη πάλι θα ξανάχει,
και εγώ προς την άκρη του κόσμου πλοηγούμαι,
τον τόπο που όλοι ψάχνουμε να βρούμε,
εκεί όπου ο ήλιος θα ξυπνήσει,
και τον μαύρο τον πλανήτη θα φωτίσει.
Σε αυτό το μέρος να βρεθώ επιθυμώ,
μακριά μου τι βρίσκεται να μάθω,
μήτε βραχονησίδα δεν μπορώ να ιδώ,
προορισμό δεν φαίνεται πως θα ’χω.
Μόνο η φύσις είν’ η συντροφιά μου,
και η απογοήτευση στέκεται κοντά μου,
κανείς εμένα δεν μπορεί να βοηθήσει,
και μαζί μου στον πορφυρό πλανήτη να πατήσει.
Ω ατέλειωτε ωκεανέ,
το όνειρό μου δεν μέλλεται να γίνει.
Ω ήλιε μακρινέ,
το φως σου σ’ εμένα ελπίδα δίνει.
Και οι λαμπερές σου ηλιαχτίδες,
προελαύνουν ψηλά στον ουρανό,
και αφού συ τον κόσμον όλον είδες,
πες μου τι υπάρχει εκεί που δεν μπορώ να δω;
Κι αφού πίσω απ’ τον ορίζοντα κρυφτείς,
και το χρυσό το πέλαγος αγγίξεις,
μην ξεχάσεις εμένα μαζί σου να κρατείς,
και τη Σελάνα να ξυπνήσεις.
Ίριδα Γαραντζώτη, Γ1
