Το φίλτρο της ευτυχίας – μία σύγχρονη χριστουγεννιάτικη ιστορία

Το δωμάτιο της Έλενας μύριζε κανέλα, πορτοκάλι και κερί αλλά η ίδια δεν το ένιωθε. Το μόνο που αισθανόταν ήταν η ζέστη από τα επαγγελματικά σποτ που είχε στήσει γύρω από το κρεβάτι της. Φορούσε ένα κατακόκκινο χριστουγεννιάτικο πουλόβερ και κρατούσε μια κούπα με σοκολάτα που είχε πια κρυώσει. Πάνω στα ζαχαρωτά είχε ρίξει προσεκτικά λίγη χρυσόσκονη για να γυαλίζουν στο φακό. Άλλωστε δε θα τα έτρωγε κανείς. Απλώς συμπλήρωναν το τέλειο φόντο…

​«Λίγο πιο αριστερά το φως», ψιθύρισε, ελέγχοντας την οθόνη του κινητού της πάνω στο τρίποδο. Πήρε την έκφραση της «αυθόρμητης χαράς». Ένα λαμπερό χαμόγελο, τα μάτια ελαφρώς κλειστά, το σώμα γερμένο προς τα πίσω, σαν να την είχε μόλις γαργαλήσει η ίδια η μαγεία των Χριστουγέννων. Κλικ.

​Αμέσως μετά τη λήψη, το χαμόγελο έσβησε σαν διεκοπτόμενο ρεύμα. Άρχισε να σκανάρει τις φωτογραφίες. Στην πρώτη φαινόταν η σκιά από το καλώδιο. Στη δεύτερη το πουλόβερ έκανε μια περίεργη δίπλα. Στην τρίτη, το βλέμμα της πρόδιδε την κούραση. Από το σαλόνι ακούγονταν οι φωνές των ξαδέρφων της, τα γέλια του πατέρα της και το τσούγκρισμα των ποτηριών.

​«Έλενα, έλα! Το τραπέζι είναι έτοιμο!» φώναξε η μητέρα της.

«Σε λίγο, μαμά! Έχω δουλειά!» απάντησε απότομα, χωρίς να πάρει τα μάτια της από την εφαρμογή επεξεργασίας.

​Έπρεπε να διαλέξει το σωστό φίλτρο. Το «Clarendon» την έκανε πολύ ψυχρή, το «Valencia» πολύ κίτρινη. Κατέληξε σε ένα που έδινε στα πάντα μια ονειρική, απαλή λάμψη. Πρόσθεσε ψηφιακές νιφάδες χιονιού να πέφτουν στο παράθυρο —παρόλο που έξω η νύχτα ήταν καθαρή και στεγνή. Έγραψε τη λεζάντα: «Οι πιο μαγικές στιγμές είναι αυτές που μοιράζεσαι με όσους αγαπάς. #Blessed #ChristmasSpirit #FamilyTime».

​Πάτησε «Κοινοποίηση». Τα πρώτα likes άρχισαν να πέφτουν βροχή. «Τέλεια ζωή!», σχολίασε μια συμμαθήτριά της. «Πάντα τόσο χαρούμενη!», έγραψε μια άλλη. Η Έλενα ένιωσε μια στιγμιαία δόση αδρεναλίνης, μια επιβεβαίωση που κράτησε μόλις μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, κοίταξε γύρω της. Το δωμάτιο ήταν αναστατωμένο, η σοκολάτα της δεν πινόταν πλέον και η ίδια ένιωθε άδεια.

​Άφησε το κινητό στο κομοδίνο και βγήκε στο σαλόνι. Η ατμόσφαιρα εκεί ήταν διαφορετική. Δεν υπήρχαν σποτ, ούτε τέλειες γωνίες λήψης. Ο θείος της είχε λερωθεί με σάλτσα, ο μικρός της αδερφός είχε ξεριζώσει μια μπάλα από το δέντρο και η τηλεόραση έπαιζε μια παλιά ταινία που κανείς δεν παρακολουθούσε. Ήταν μια «ακατάστατη» πραγματικότητα.

«Κάτσε επιτέλους», της είπε ο πατέρας της, δίνοντάς της ένα πιάτο. «Πού ήσουν;»

«Έβγαζα μια φωτογραφία…» ψέλλισε.

«Την είδα. Φαινόσουν πολύ ευτυχισμένη εκεί μέσα. Κρίμα μόνο που έχασες τις ιστορίες που λέγαμε για τα παλιά Χριστούγεννα. Και τη στιγμή που ο αδερφός σου έριξε το κρασί στο τραπεζομάντηλο και ο παππούς σου προσπάθησε να το σώσει με χαρτοπετσέτες, κάνοντάς το χειρότερο. Δεν είδες τη θεία σου που μπέρδεψε τη ζάχαρη με το αλάτι στο γλυκό και όλοι κάναμε πως μας άρεσε. Ούτε τη μαμά σου που παραλίγο να κάψει τη γέμιση, γιατί γελούσε με μια ιστορία της γιαγιάς. Α, και τη στιγμή που έπεσε ένα στολίδι από το δέντρο και ο σκύλος νόμισε ότι ήταν παιχνίδι και το εξαφάνισε κάτω από τον καναπέ. Γελάσαμε πολύ».

​Η Έλενα ένιωσε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κοίταξε το κινητό της που αναβόσβηνε με νέες ειδοποιήσεις . Χιλιάδες άγνωστοι νόμιζαν ότι περνούσε τα τέλεια Χριστούγεννα, ενώ εκείνη είχε μόλις χάσει την ουσία τους για χάρη μιας εικόνας.

​Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή, εισέπνευσε τη μυρωδιά του πραγματικού φαγητού και άκουσε το αληθινό, ασυντόνιστο γέλιο της οικογένειάς της. Άφησε το κινητό της στην άκρη. Για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα, το χαμόγελό της δεν χρειαζόταν κανένα φίλτρο για να λάμψει.»

Γράφει η Αποστολία Καραθάνου Γ2

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης