Η Σταχτοπούτα ζούσε κάποτε με τον πατέρα της σε ένα όμορφο σπίτι. Ήταν καλόκαρδη, ευγενική και αγαπούσε να τραγουδά ενώ βοηθούσε στις δουλειές. Όμως, όταν ο πατέρας της πέθανε, η ζωή της άλλαξε για πάντα. Η μητριά της ήταν σκληρή και ζηλιάρα. Μαζί με τις δύο κόρες της ανάγκασαν τη Σταχτοπούτα να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Καθάριζε, μαγείρευε και κοιμόταν δίπλα στο τζάκι, γεμάτη στάχτες. Έτσι άρχισαν όλοι να τη φωνάζουν «Σταχτοπούτα». Παρόλο που της φέρονταν άσχημα, εκείνη δεν έχασε ποτέ την καλοσύνη της.
Μια μέρα ανακοινώθηκε πως ο πρίγκιπας θα έκανε μεγάλο χορό στο παλάτι για να γνωρίσει την κοπέλα που θα παντρευόταν. Οι θετές αδερφές ενθουσιάστηκαν και πέρασαν μέρες δοκιμάζοντας φορέματα και κοσμήματα. Η Σταχτοπούτα ήθελε κι εκείνη να πάει, όμως η μητριά της γέλασε. «Μια υπηρέτρια δεν ανήκει σε παλάτια», είπε κοροϊδευτικά. Το βράδυ του χορού, όταν όλοι έφυγαν, η Σταχτοπούτα κάθισε μόνη και έκλαψε στον κήπο. Τότε εμφανίστηκε μια νεράιδα. Με ένα άγγιγμα του ραβδιού της, η κολοκύθα έγινε άμαξα, τα ποντίκια έγιναν άλογα και τα παλιά ρούχα της μεταμορφώθηκαν σε λαμπερό γαλάζιο φόρεμα. Στα πόδια της εμφανίστηκαν γυάλινα γοβάκια. «Η μαγεία θα κρατήσει μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα», προειδοποίησε η νεράιδα. Στον χορό όλοι έμειναν άφωνοι όταν την είδαν. Ο πρίγκιπας χόρεψε μόνο μαζί της όλο το βράδυ. Για πρώτη φορά η Σταχτοπούτα ένιωθε πως κάποιος την έβλεπε πραγματικά. Όμως, λίγο πριν τα μεσάνυχτα, το ρολόι άρχισε να χτυπά. Η Σταχτοπούτα τρόμαξε και έτρεξε έξω από το παλάτι. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά έχασε ένα από τα γυάλινα γοβάκια της. Ο πρίγκιπας προσπάθησε να τη βρει, αλλά είχε εξαφανιστεί. Την επόμενη μέρα διέταξε να δοκιμάσουν το γοβάκι σε όλες τις κοπέλες του βασιλείου. Οι θετές αδερφές προσπάθησαν μάταια να το φορέσουν. Όταν ήρθε η σειρά της Σταχτοπούτας, η μητριά της προσπάθησε να την εμποδίσει, όμως ο πρίγκιπας επέμεινε. Το γοβάκι ταίριαξε τέλεια. Λίγο αργότερα η Σταχτοπούτα παντρεύτηκε τον πρίγκιπα και έγινε βασίλισσα.
Στην αρχή όλοι μιλούσαν για την καλοσύνη της. Βοηθούσε τους φτωχούς, άκουγε τους ανθρώπους και δεν ξεχνούσε ποτέ πώς ήταν να ζεις με φόβο και μοναξιά. Όμως τα χρόνια πέρασαν και το παλάτι άρχισε να την αλλάζει. Στην αρχή ήταν μικρά πράγματα. Θύμωνε όταν οι υπηρέτες αργούσαν. Εκνευριζόταν όταν κάτι δεν ήταν τέλειο. Ύστερα άρχισε να γίνεται αυστηρή και ψυχρή. Έδιωξε έναν ηλικιωμένο υπηρέτη, επειδή του έτρεμαν τα χέρια. Τιμώρησε μια κοπέλα επειδή έσκισε κατά λάθος ένα φόρεμα. Σιγά σιγά όλοι στο παλάτι άρχισαν να τη φοβούνται.
Μια βροχερή νύχτα, καθώς περνούσε έξω από την κουζίνα, άκουσε δύο υπηρέτριες να ψιθυρίζουν. «Μη φοβάσαι», είπε η μεγαλύτερη στη μικρή. «Αν είμαστε ήσυχες, ίσως σήμερα να μη θυμώσει η βασίλισσα.» Το μικρό κορίτσι ρώτησε με δάκρυα στα μάτια: «Ήταν πάντα τόσο σκληρή;» Και η γυναίκα απάντησε: «Όχι… αλλά τώρα όλοι τη φοβούνται όπως φοβόντουσαν κάποτε τη μητριά της.» Η Σταχτοπούτα πάγωσε. Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι είχε γίνει ίδια με τον άνθρωπο που της είχε κάνει τη ζωή δυστυχισμένη. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε καθόλου. Το επόμενο πρωί κατέβηκε στις κουζίνες χωρίς στέμμα και χωρίς ακριβά ρούχα. Όλοι σώπασαν όταν την είδαν. Η Σταχτοπούτα πλησίασε αργά τον ηλικιωμένο υπηρέτη που είχε διώξει. «Σου φέρθηκα άδικα», είπε. «Ξέχασα πώς είναι να ζεις με φόβο.» Ύστερα γύρισε προς όλους. «Νόμιζα πως η δύναμη θα με έκανε ευτυχισμένη. Όμως η καλοσύνη ήταν αυτό που με έκανε ξεχωριστή και το ξέχασα.» Έβγαλε το στέμμα της και το άφησε πάνω στο τραπέζι. «Συγγνώμη.»
Από εκείνη τη μέρα άλλαξε πολλά στο παλάτι. Οι υπηρέτες αντιμετωπίζονταν με σεβασμό. Κανείς δεν τιμωρούνταν για μικρά λάθη. Και η ίδια περνούσε χρόνο μαζί με τους ανθρώπους του βασιλείου για να μη ξεχάσει ποτέ ποια ήταν. Και έτσι η Σταχτοπούτα δεν έγινε γνωστή μόνο ως το κορίτσι με το γυάλινο γοβάκι…Αλλά ως η βασίλισσα που βρήκε ξανά την καλοσύνη μέσα της.
Γράφει ένα άλλο τέλος για τη Σταχτοπούτα η Χαρά Πολωνίδου Β3

