Το τελευταίο Άσπρο Πιόνι

Το τελευταίο Άσπρο Πιόνι

Στην άκρη ενός χωριού ξεχασμένου, όπου ο ήλιος χάνεται πίσω απ’ το ξύλο του φράχτη, ένα αγόρι έπαιζε μόνο του μέρα και νύχτα και κάθε του σκέψη πετούσε ψηλά σαν χελιδόνι.

Πορτοκαλί, σγουρά τα μαλλιά του- φωτιά, και τα μάτια του σαν δυο μικρές αστραπές. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα στρατιωτάκι, στο αριστερό ένα φύλλο ξερό, φθινοπωρινό- γιατί του άρεσε να μαζεύει φθινόπωρο.

Τα παπούτσια του σκισμένα, με σόλες γεμάτες χώμα, κι όμως το βήμα του ελαφρύ, σαν να μην τον κρατούσαν στη γη. Και γύρω πιο πέρα, στη σκιά μιας αχλαδιάς, καθόταν ο παππούς του -παλιός σαν τους χάρτες που ξεθωριάζουν στο πέρασμα του χρόνου· Η καρέκλα του τρίξιμο, τα ρούχα του χρόνια παλιά – παντελόνι με κόκκινες ρίγες και γιλέκο ανοιχτό και στην τσέπη του ένα ρολόι με αλυσίδα που δεν έλεγε ώρα, μα μονάχα αναμνήσεις.

Έτριβε με τον αντίχειρά του ένα μαύρο πιόνι -τη βασίλισσα. Και καθώς το παιδί πλησίασε, γεννήθηκε η ερώτηση που δεν μπόρεσε να κρατηθεί.

  • Παππού, να σε ρωτήσω κάτι;
  • Βεβαίως, μικρέ μου.

Του απαντά με φωνή που ήταν σκληρή και βαριά σαν σπαθί.

  • Γιατί το αίμα είναι κόκκινο, παππού;

Ο γέρος χαμογελούσε, όχι επειδή ήξερε απλώς την απάντηση, αλλά γιατί του άρεσε που ρώτησε.

  • Δεν είναι πάντα, αγόρι μου. Κανενός ανθρώπου το αίμα δεν είναι μόνο κόκκινο.

Μερικές φορές γίνεται μαύρο.

Το αγόρι κοίταξε απορημένο. Τι θα πει «μαύρο»; Το αίμα είναι… αίμα. Έτσι δε λένε όλοι;

Ο παππούς συνέχισε.

  • Μαύρο αίμα, γεμάτο εγωισμό, φόβο, αδικία. Άκαρδο. Σκληρό!
    Ένα αίμα που δεν κυλά για να σώσει, αλλά για να πληγώσει.
  • Δηλαδή… έχω κι εγώ τέτοιο αίμα μέσα μου; Είμαι κι εγώ ένας κακός στρατιώτης;

Ο παππούς έγειρε μπροστά.

Τα μπλε θαλασσί γέρικα μάτια του βούτηξαν για λίγο σε κάποια παλιά ακόμα. Ίσως ένα φίλο που δε γύρισε. Ίσως ένα λάθος που δε διορθώνεται απλά με λόγια.
Και μετά είπε μόνο: «Έλα να σου δείξω…»

Ανοίγει ένα κουτί, που μύριζε φρέσκο ξύλο και ταυτόχρονα παλιούς χειμώνες. Μέσα μια σκακιέρα βαριά, σκαλισμένη με τετράγωνα που είχαν γδαρθεί από δάχτυλα μετέφεραν όπλα, ελπίδα και ίσως και πόνο.

Μερικά πιόνια σπασμένα, άλλα βαμμένα στο χέρι. Κάποια είχαν χτυπηθεί σε τόσες μάχες που ποια δεν ξεχώριζαν αν ήταν άσπρα ή μαύρα.

Ο παππούς την έστησε πάνω σ’ ένα καφάσι κι έγειρε προς το αγόρι:

«Οι άνθρωποι είναι σαν πιόνια, μικρέ. Άλλοι άσπροι. Άλλοι μαύροι. Όχι στο χρώμα, μα στην καρδιά, στην ψυχή. Ο καθένας ξεκινά τη δική του διαδρομή, αλλά πάντα υπάρχει μια στιγμή, μια μοιραία κίνηση, που σε φέρνει μπροστά σε όποιον θες πραγματικά να είσαι.»

Μετέφερε τον μαύρο βασιλιά δυο βήματα μπροστά και τότε άρχισε η «μάχη». Η σκακιέρα μεταμορφώθηκε. Έγινε πεδίο με σύρματα και χιλιάδες κραυγές, με ήχους από παλιά, που μόνο η σιωπή θυμάται.

Η μαύρη βασίλισσα κινήθηκε με χάρη ψυχρή, κι έριξε την άσπρη κάτω.

Ένα «κλακ» και μετά τίποτα.

Το αγόρι την κοίταξε ξαπλωμένη στα τετράγωνα θανάτου και άσπρης ζωής.

«Τότε… δεν υπάρχει ελπίδα;» Ψιθύρισε από φόβο.

Ο παππούς άπλωσε το χέρι του, σήκωσε ένα λευκό πιόνι, ραγισμένο μα όρθιο.

«Όσο ένα άσπρο πιόνι μένει ζωντανό, υπάρχει ελπίδα.»

Κι ύστερα σήκωσε τους δυο βασιλιάδες, τον άσπρο και το μαύρο. Τους κράτησε σφιχτά, σαν να κρατούσε δυο κόσμους αντίθετους, τελείως διαφορετικούς, αλλά ταυτόχρονα τόσο όμοιους.

Το αγόρι πλησίασε.

Άνοιξε τις παλάμες του. Δυο πιόνια φθαρμένα. Ίδια. Σιωπηλά.

«Στο τέλος εσύ διαλέγεις, μικρέ. Τον άσπρο βασιλιά ή τον μαύρο βασιλιά;»

 

Κείμενο: Ευριδίκη Ορνεράκη
Φωτογραφία: Στέφανος Τζίτζικας

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης