Είμαι η Αμούν και είμαι από τη Συρία. Όλα ήταν όμορφα και ήρεμα στην αρχή. Ζούσα στη Δαμασκό με τον άντρα μου τον Τζαμάλ και την οικογένειά μας.
Τα παιδιά μας είναι μεγάλα πια και έχουν κάνει τις δικές τους οικογένειες. Κάθε Κυριακή έρχονταν να φάμε μαζί και το σπίτι γέμιζε από τις φωνές των εγγονιών μου. Όλα αυτά μέχρι που ξέσπασε ο πόλεμος. Τα παιδιά μου αμέσως αποφάσισαν να φύγουν και πήγαν στην Ευρώπη για μια καλύτερη ζωή.
Εγώ και ο Τζαμάλ μείναμε. Δε θέλαμε να αφήσουμε το σπίτι μας, την αυλή μας, τη ζωή μας. Εξάλλου ήμασταν πια μεγάλοι, πού να πηγαίναμε;
Σε μια βομβιστική επίθεση το σπίτι μας γκρεμίστηκε. Ο Τζαμάλ σκοτώθηκε και εγώ τραυματίστηκα σοβαρά στο πρόσωπο και έμεινα τυφλή. Πριν δυο μέρες ήρθε ο γείτονάς μου και μου ανακοίνωσε πως θα έφευγε στην Ευρώπη. Μου είπε πως μίλησε με τα παιδιά μου και με περίμεναν. Μάλιστα είχε στείλει και χρήματα για το ταξίδι. Το αποφάσισα αμέσως. Έφυγα. Δε με κρατούσε τίποτα πια στη Δαμασκό.
Μπήκαμε σε μια βάρκα και ξεκινήσαμε. Παρόλο που δεν έβλεπα τίποτα, κατάλαβα πως ήμασταν πολλά άτομα, γιατί ήμασταν πολύ στριμωγμένοι. Κάποια στιγμή έπιασε φουρτούνα, η βάρκα δεν άντεξε και βρεθήκαμε όλοι στη θάλασσα. Άλλοι φώναζαν, τα παιδιά έκλαιγαν, ενώ εγώ πάλευα να κρατηθώ από ένα ξύλο.
Αρκετές ώρες μετά μας μάζεψαν άνθρωποι διαφορετικοί από εμάς, αλλιώτικοι. Ήταν ζεστοί και φιλικοί. Μας έδωσαν κουβέρτες, φαγητό και νερό. Δεν καταλάβαινα τι μου λέγανε, όμως μιλούσαν ήρεμα σαν να με καθησύχαζαν.
Τώρα κάθομαι στην ακτή. Ο ήλιος νιώθω να ζεσταίνει το πρόσωπό μου. Δεν βλέπω, νιώθω όμως ασφαλής. Όμορφα πρέπει να είναι εδώ. Σκέφτομαι τα παιδιά μου. Άραγε θα ανταμώσουμε;
Έλενα Τύρη, Β4
