
Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού ή school bullying, όπως είναι γνωστός ο όρος στην διεθνή βιβλιογραφία, είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην παιδική και εφηβική ηλικία. Με βάση διεθνή έρευνα του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Ψυχικής Υγιεινής, τα ποσοστά θυματοποίησης για τους μαθητές πρώτης και μέσης εφηβικής ηλικίας στην Ελλάδα κυμαίνονται μεταξύ 34-39% αντίστοιχα. Δυστυχώς, ο ενδοσχολικός εκφοβισμός έχει αναδειχθεί σε μείζον πρόβλημα, κυρίως λόγω της αρνητικής επίδρασης που έχει στην ψυχική υγεία και στην ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών και των εφήβων.
Ας γνωρίσουμε όμως καλύτερα το πολυσύνθετο αυτό φαινόμενο που έχει θορυβήσει τόσο τους γονείς όσο και τους εκπαιδευτικούς.
Τι ακριβώς είναι ο Σχολικός Εκφοβισμός;
Ο ενδοσχολικός εκφοβισμός αποτελεί μια μορφή επιθετικότητας και ορίζεται ως η στοχευμένη και απρόκλητη επιθετική συμπεριφορά, με σκοπό την επιβολή και την πρόκληση σωματικού ή ψυχικού πόνου σε μαθητές, στο πλαίσιο μιας διαπροσωπικής σχέσης που χαρακτηρίζεται από δυσαναλογία δύναμης. Τα δυο βασικά χαρακτηριστικά του ενδοσχολικού εκφοβισμού είναι η επαναληπτικότητα του φαινομένου στο πέρασμα του χρόνου και η ανισορροπία δύναμης που υπάρχει ανάμεσα στο θύμα και τον θύτη.
Ποιοι εμπλέκονται και ποιες είναι οι μορφές του Σχολικού Εκφοβισμού;
Τα άτομα που εμπλέκονται στον σχολικό εκφοβισμό προσδιορίζονται ως θύτες, θύματα και παρατηρητές. Οι θύτες έχουν συνήθως καλή σωματική διάπλαση, αποκλίνουσα συμπεριφορά, παραβαίνουν τους κανόνες και συχνά προέρχονται από οικογένειες που αντιμετωπίσουν πολλαπλές δυσκολίες και ψυχοκοινωνικά προβλήματα. Τα θύματα, αντίθετα, είναι παιδιά μικρόσωμα, παθητικά, με χαμηλή αυτοεκτίμηση, χωρίς να είναι σε θέση να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Συνήθως ξεφεύγουν από τις συνηθισμένες κοινωνικές νόρμες και διαφέρουν από τον μέσο όρο των συνομήλικων παιδιών. Οι παρατηρητές είναι οι μαθητές που γνωρίζουν ή παρακολουθούν το περιστατικό του εκφοβισμού, χωρίς ωστόσο να συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτό. Οι κυριότερες και οι πιο συχνές μορφές του εκφοβισμού είναι οι εξής:
⦁ Σωματικός (σπρωξίματα, χτυπήματα, χαστούκια, τραυματισμοί, κλωτσιές)
⦁ Λεκτικός (υβριστικές εκφράσεις, ειρωνεία, κοροϊδία, χειρονομίες, διάδοση φήμης)
⦁ Κοινωνικός (αποκλεισμός από κοινωνικές ομάδες, προσβολή φήμης)
⦁ Σεξουαλικός (ανεπιθύμητο άγγιγμα, χυδαία γράμματα και εικόνες, πειράγματα)
⦁ Ηλεκτρονικός/Cyber Bullying (χρήση διαδικτύου, email, sms κινητών με προσβλητικό και απειλητικό τρόπο)
Ποια είναι τα σημάδια αναγνώρισης και πότε οι γονείς θα πρέπει να ανησυχήσουν;
Τα προειδοποιητικά σημάδια για ένα παιδί ή έναν έφηβο που έχει πέσει θύμα εκφοβισμού μπορεί να είναι συμπεριφορικά, ψυχοσωματικά και συναισθηματικά. Πιο συχνά, τα παιδιά-θύματα δεν δείχνουν πρόθυμα να πάνε σχολείο, κάνουν «κοπάνες» ή ζητάνε από τους γονείς τους να τα συνοδεύσουν οι ίδιοι. Επίσης, επιστρέφουν σπίτι με σχισμένα ρούχα, κατεστραμμένα βιβλία και ανεξήγητα χτυπήματα, όπως μώλωπες και γρατζουνιές. Τα παιδιά και οι έφηβοι-θύματα σταδιακά αρχίζουν να αποσύρονται από φίλους, απομονώνονται, δείχνουν ανήσυχα, χωρίς αυτοπεποίθηση και αντιμετωπίζουν δυσκολίες στον ύπνο και στο φαγητό. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό είναι η απότομη πτώση στις σχολικές τους επιδόσεις.
Ποιες είναι οι επιπτώσεις του εκφοβισμού;
Οι συνέπειες του εκφοβισμού είναι ιδιαίτερα βλαπτικές, τόσο για τη σωματική, όσο και την ψυχική-συναισθηματική υγεία των παιδιών. Επηρεάζουν τόσο τα θύματα όσο και τους θύτες και φαίνεται να εμμένουν μέχρι και την ενήλικη ζωή. Συχνές σωματικές συνέπειες στα θύματα είναι η αϋπνία, οι εφιάλτες, οι στομαχόπονοι, η απώλεια όρεξης ή βουλιμία, η αύξηση των ορμονών του στρες και το αδύναμο ανοσοποιητικό. Τα θύματα συχνά έρχονται αντιμέτωπα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως κατάθλιψη, διαταραχές άγχους, διαταραχή μετατραυματικού στρες και, σε ακραίες περιπτώσεις, με αυτοτραυματισμούς και τάσεις αυτοκτονίας. Τα θύματα συνήθως έχουν μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης, χαμηλή αυτοεκτίμηση, έλλειψη κινήτρων για μάθηση και χαμηλό προφίλ στην επικοινωνία. Κοινωνικά δυσκολεύονται να δημιουργήσουν φιλίες, προσκολλώνται σε ένα φίλο υποτακτικά από φόβο μην τον χάσουν και μείνουν μόνα, ενώ συχνά ακολουθούν ομάδα δημοφιλών-νταήδων και υπομένουν την κοροϊδία από φόβο χειρότερης μορφής βίας. Από την άλλη, οι θύτες δυσκολεύονται στις διαπροσωπικές σχέσεις, στην διαχείριση του θυμού και των συγκρούσεων, εμφανίζουν αδυναμία να αποδεχτούν τον εαυτό τους και να αντλήσουν δύναμη και αυτοεκτίμηση με θετικούς και δημιουργικούς τρόπους. Μακροπρόθεσμα, οι θύτες βρίσκονται σε κίνδυνο να εμφανίσουν ως νέοι και ενήλικες παραβατική συμπεριφορά, να προβούν σε χρήση παράνομων ουσιών και αλκοόλ. καθώς και να ασκήσουν βίαιη συμπεριφορά προς τα παιδιά και τον σύντροφό τους.
Ποια είναι η λύση;
Προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο σχολικός εκφοβισμός, χρειάζεται μια ολιστική προσέγγιση. Συνιστάται ο συνδυασμός προληπτικών και θεραπευτικών παρεμβάσεων, ο οποίος θα εμπλέκει μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς. Ο βαθμός εμπλοκής κάθε μέλους εξαρτάται από την σοβαρότητα, τη συχνότητα και την ένταση του περιστατικού τού εκφοβισμού. Πώς μπορούν όμως στην πράξη να βοηθήσουν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί;
Τι θα μπορούσαν να κάνουν οι γονείς;
Σε γενικές γραμμές, είναι σημαντικό οι γονείς να βρίσκονται πολύ κοντά στα παιδιά τους και να επικοινωνούν ουσιαστικά μαζί τους, ώστε να είναι πάντα ενημερωμένοι για όσα κάνουν, σκέφτονται ή τα απασχολούν. Οφείλουν να τα ενθαρρύνουν στην αναφορά του κάθε περιστατικού που συμβαίνει σχολείο και να παρατηρούν μήπως εμφανίσουν κάποιο από τα παραπάνω σημάδια. Θα πρέπει να είναι σε εγρήγορση και να γνωρίζουν καλά ποιοι είναι οι φίλοι των παιδιών τους, καθώς και το καθημερινό τους πρόγραμμα. Επιπλέον, είναι πολύ σημαντικό να μάθουν στα παιδιά να μη διστάζουν, ούτε να ντρέπονται να ζητήσουν βοήθεια από ενήλικες, σε περίπτωση που κάποιος τα ενοχλήσει ή τους συμπεριφερθεί με βίαιο και επιθετικό τρόπο. Ακόμη, να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους και να τους διδάξουν να λένε δυνατά «ΣΤΑΜΑΤΑ» ή «ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ» και να φεύγουν. Θα πρέπει επίσης να καθησυχάσουν το παιδί πως δεν φταίει το ίδιο, να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή του και να ενθαρρύνουν την ένταξή του σε ομάδες συνομήλικων προκειμένου να αποφύγουν την κοινωνική απομόνωση.
Στη συνέχεια, θα πρέπει να επικοινωνήσουν με τον δάσκαλο, τον καθηγητή και τον διευθυντή του σχολείου, ενώ, ανάλογα με την βαρύτητα, ίσως χρειαστεί να απευθυνθούν σε κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας. Από την άλλη πλευρά, οι γονείς των θυτών οφείλουν να σταματήσουν άμεσα την επιθετική συμπεριφορά του παιδιού τους θεσπίζοντας όρια και κυρώσεις. Είναι σημαντικό να εξηγηθεί στον θύτη πως η συμπεριφορά του δεν είναι αποδεκτή, λόγω του σοβαρού αντίκτυπου που έχει στα άλλα παιδιά. Οι γονείς μπορούν να μάθουν στο παιδί τους τεχνικές χαλάρωσης και πιο υγιείς τρόπους επίλυσης συγκρούσεων. Εξίσου σημαντική είναι και η συνεργασία με το δάσκαλο ή τον υπεύθυνο καθηγητή της τάξης και η επικοινωνία με τους γονείς του παιδιού-θύματος, προκειμένου να τους διαβεβαιώσουν ότι μεριμνούν επί του θέματος. Αν, παρόλα αυτά, το παιδί συνεχίζει επίμονα να εκφοβίζει, ίσως θα είναι χρήσιμη μια ψυχοθεραπευτική βοήθεια.
Τι θα μπορούσαν να κάνουν οι εκπαιδευτικοί;
Ο ρόλος των εκπαιδευτικών στην αντιμετώπιση των περιστατικών εκφοβισμού θεωρείται καθοριστικής σημασίας. Οι εκπαιδευτικοί, μέσα από την καθημερινή τους επαφή με τους μαθητές, μπορούν να οργανώνουν βιωματικά εργαστήρια για την πρόληψη του εκφοβισμού (παιχνίδια ρόλων, συζητήσεις, βίντεο, σχεδιασμός αφίσας) σε σταθερή βάση, ενταγμένη στο αναλυτικό πρόγραμμα κάθε χρονιάς. Επίσης, μπορούν σε συνεργασία με τους μαθητές να θεσπίζουν σαφείς κανόνες κατά του εκφοβισμού αλλά και έναν κώδικα συμπεριφοράς για όλη την χρονιά. Επίσης, είναι χρήσιμο οι εκπαιδευτικοί να ερευνούν ενδελεχώς αυτά τα συμβάντα και να ενημερώνουν τους γονείς για θέματα συμπεριφοράς. Θα πρέπει να αντιμετωπίζουν τους θύτες κατ’ ιδίαν και να αποφεύγουν την δημόσια διαπόμπευση, τις απειλές και τις ειρωνείες. Τέλος, από την πλευρά τους, πρέπει να στοχεύουν στην ανάπτυξη και στην εγκαθίδρυση συνεργατικού και υγιούς σχολικού πνεύματος ανάμεσα στους μαθητές, προκειμένου να μην εμφανίζονται περιστατικά εκφοβισμού.
Νάνσυ Ζούρου
