Άρχισα να γράφω ξαφνικά.
Να πλάθω αγέννητα άδολα μωρά.
Πνιγμένα στα στεκάμενα νερά.
Γκρεμισμένα απ΄ τα μεγάλα παράθυρα
που είχα φτιάξει στα όνειρά μου τα παλιά.
Τα μεθυσμένα απ΄ της πλάνης την ακριβή τη μυρωδιά.
Απόστρατα άδολα μωρά.
Δεν είχαν καν μιλιά.
Ούτε της άνοιξης τη μυρωδιά
Των λουλουδιών, της αύρας τη δροσιά.
Έτρωγε το ένα το άλλο σιγά – σιγά
Αδύναμα να λυθούν να φύγουν μακριά.
Βούλιαζαν σε στεκάμενα νερά.
Ανήμπορα καράβια δεμένα στη στεριά.
Τους τρόμαξε τους στέρησε
η φουρτούνα τη μιλιά.
Τους χάιδεψε η μαύρη νύχτα τα κορμιά.
Διαλυμένα μαδημένα τα φτερά.
Στης πλάνης την ακρογιαλιά
Μόνα αφημένα
Άδολα μωρά.
Αναστασία Κατσούρη ( μαθήτρια της Β΄ Λυκείου)
