Μία διαφορετική λογοτεχνική προσέγγιση του διηγήματος «Τα κόκκινα λουστρίνια» της Ειρήνης Μάρρα από την Εβελίνα

Πηγή http://filoithslogotexnias.blogspot.com/2014/08/blog-post.html

Το νεαρό Τσαγκαρόπουλο λυπήθηκε πολύ με την αδελφή του. Χωρίς να σκεφτεί, τέντωσε τα χέρια του προς το μέρος της για να της δώσει το ζευγάρι των κόκκινων λουστρινένιων παπουτσιών. Πριν προλάβει να γυρίσει η αδελφή του, με μια γρήγορη κίνηση, τοποθέτησε με άτσαλο τρόπο το κουτί με τα λουστρίνια κάτω από το τραπέζι. Τον είχε θολώσει το συναίσθημα, δεν μπορούσε να διανοηθεί πως δεν θα έδινε τα λουστρίνια στην κόρη του δασκάλου, τα οποία με τόσο κόπο έφτιαξε ειδικά για εκείνη. Σε λίγες ώρες θα πήγαινε με τη μητέρα του στο σπίτι του δασκάλου, οπότε έπρεπε να ξεκουραστεί και να ετοιμαστεί.

Μόλις έφτασε η ώρα να φύγουν, τοποθέτησε τα λουστρίνια με ιδιαίτερη φροντίδα μέσα σε ένα καλοφτιαγμένο κουτί και ξεκίνησαν μαζί με την μητέρα του για το σπίτι του δασκάλου.

Πράγματι, το σπίτι μπροστά στο δικό τους φάνταζε παλάτι. Ήταν μεγάλο και φωτεινό. Μόλις μπήκαν μέσα, η μητέρα του, με χαμηλωμένο το βλέμμα, πήγε αμέσως προς την κουζίνα για να καθαρίσει, ενώ εκείνος με μεγάλη ανυπομονησία κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της κόρης του δασκάλου.

Πριν χτυπήσει την πόρτα ένιωσε έναν ξαφνικό κόμπο στο στομάχι. Η καρδιά του έτρεμε από τον φόβο και την αγωνία, ώσπου άκουσε ένα σιγανό τραγούδι, το οποίο ερχόταν απ’ το δωμάτιο. Έσκυψε με μιας στην κλειδαρότρυπα να δει ποιος έπαιζε αυτό το μαγευτικό  τραγούδι. Ήταν εκείνη, το κορίτσι των ονείρων του, η βασίλισσα της καρδιάς του, η καθημερινή του σκέψη. Έπαιζε με τόση χάρη το πιάνο καθώς το αεράκι έμπαινε από το παράθυρο και έμπλεκε τα μαλλιά της.

Καθώς την θαύμαζε, στραβοπάτησε και κουτούλησε στην πόρτα. Η μουσική σταμάτησε απότομα. Εκείνος ντροπιασμένος σηκώθηκε και αντίκρισε το κορίτσι. Ξαφνικά έχασε τα λόγια του, δεν ήξερε τι να πει. Η ομορφιά της του είχε θολώσει το μυαλό.

Της έδωσε κατευθείαν τα λουστρίνια, χωρίς να πει κουβέντα. Εκείνη άνοιξε το κουτί και ένα πλατύ, όμορφο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Εκείνος, στην προσπάθειά του να συντάξει μια πρόταση, κοκκίνισε. Η κόρη του δασκάλου πλησίασε κοντά του και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Τα λεπτά που ακολούθησαν ήταν λεπτά σιωπής και αμηχανίας.

Σπάζοντας τη σιωπή, εκείνη τον τράβηξε από το χέρι και τον πήγε στο πιάνο. Άρχισε να του δείχνει τα πλήκτρα και να του εξηγεί τις νότες. Η ώρα πέρναγε και τα παιδιά συνειδητοποιούσαν όλο και περισσότερο πόσα κοινά είχαν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, η κόρη του δασκάλου έτρεξε στην βιβλιοθήκη και στη ντουλάπα της. Όταν επέστρεψε κρατούσε μια μεγάλη κόκκινη τσάντα όπως εκείνες από τα πολύ ακριβά μαγαζιά. Μέσα υπήρχαν ένα σωρό ρούχα και παπούτσια.

‒ Αυτά είναι για την όμορφη αδερφή σου, του αποκρίθηκε. Δεν τα έχω φορέσει ποτέ. Έχω πολλά ρούχα και εφόσον δεν τα χαίρομαι, προτιμώ να τα δω φορεμένα σε ένα κοριτσάκι που θα το κάνουν χαρούμενο παρά να είναι στοιβαγμένα στην ντουλάπα μου.

Του έδωσε την τσάντα και έβγαλε από μέσα τρία βιβλία. Αυτά είναι τα αγαπημένα μου βιβλία! Ελπίζω να τα λατρέψεις όσο εγώ. Ωστόσο, τα λουστρίνια είναι το καλύτερο δώρο που μου έχουν κάνει ποτέ. Δεν θα τα βγάλω από πάνω μου, του είπε και του έδωσε μια αποχαιρετιστήρια αγκαλιά.

Εκείνη την ημέρα το μικρό τσαγκαρόπουλο ένιωθε πιο χαρούμενο από ποτέ. Την είχε ερωτευτεί πολύ και περίμενε με ανυπομονησία την επόμενη φορά που θα την έβλεπε ξανά…

Εβελίνα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης