«Μια Μαγική Περιπέτεια ξεκινά…» – Η Φωνή του Δάσους

Η Ελένη ακολούθησε τα φύλλα ώσπου έφτασε στο κέντρο του παλιού πέτρινου γεφυριού. Το μέρος έτριζε, σαν να ξυπνούσε μετά από πολύ καιρό.
Το άγγιξε, και αμέσως ένα απαλό φως άναψε μπροστά της, παίρνοντας σιγά-σιγά τη μορφή ενός νεαρού άντρα. Η παρουσία του δεν ήταν τρομακτική, ήταν ήρεμη, σχεδόν λυπημένη.
«Σε διάλεξε το δάσος… όπως διάλεξε κι εμένα κάποτε», είπε.
«Μα εγώ χάθηκα πριν προλάβω να μάθω τα μυστικά του…»
Η Ελένη ένιωσε ρίγος.
Άνοιξε το κουτί με προσοχή. Μέσα βρισκόταν ένα γράμμα της γιαγιάς της, γραμμένο με τον γνώριμο, ζεστό χαρακτήρα της.
«Αν κρατάς αυτό το κουτί, τότε το δάσος σε θεωρεί έτοιμη. Το χαρίζει μας περνά από γενιά σε γενιά. Άκου το, και θα οδηγήσει. Πάντα εσένα και όσους έχουν χαθεί.»
Τότε έπεσε ένα ακόμη φύλλο στα χέρια της, χρυσοκόκκινο, ίδιο με τα άλλα.
Μόλις το ακούμπησε πάνω στη φωτεινή μορφή, το φύλλο άστραψε και η σκιά άρχισε να διαλύεται.
«Σε ευχαριστώ…» ψιθύρισε.
Το φως έσβησε. Το γεφύρι σταμάτησε να τρίζει και το δάσος, αντί για στοιχειωμένο, έμοιαζε τώρα γεμάτο ανάσες ζωντανές, σαν να ανακουφίστηκε κι αυτό.

Η Ελένη στάθηκε για λίγο ακίνητη, κρατώντας το κουτί.
Το «κάτι» που είχε χάσει τόσο καιρό δεν ήταν αντικείμενο.
Ήταν η πίστη στη φωνή της, η σύνδεση με τις ρίζες της, η δύναμη να ακούει όσα οι άλλοι δεν άκουγαν.
Ένα τελευταίο φύλλο έπεσε δίπλα της, απαλό σαν υπόσχεση.
Και η Ελένη χαμογέλασε. Ήξερε πια ότι το δάσος δεν τελείωσε μαζί της. Μόλις είχε αρχίσει.
Παναγιώτα Κουκούμιαλου, Β Γυμνασίου
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.





