Του Σωτήρη Ντουμάνη, Β1
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ
Οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας είχαν ελάχιστα δικαιώματα σε σχέση με τους άνδρες πολίτες. Δεν μπορούσαν να ψηφίζουν, να κατέχουν δική τους γη ή να κληρονομούν. Η θέση τους ήταν στο σπίτι και σκοπός της ζωής τους ήταν η ανατροφή των παιδιών. Αυτό βέβαια αποτελεί μία γενική περιγραφή και πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη, όταν μιλάμε για τις Ελληνίδες γυναίκες, ότι οι πηγές είναι ελλιπείς και όχι πάντα αμερόληπτες.
Μονάχα το κύρος και ο ρόλος των γυναικών στην Αθήνα περιγράφονται λεπτομερώς. Ούτε ωστόσο είμαστε σίγουροι για την πρακτική και καθημερινή εφαρμογή των κανόνων και των νόμων που παραμένουν από την αρχαιότητα. Γνωρίζουμε όμως ότι οι γυναίκες στη Σπάρτη αντιμετωπίζονταν λίγο διαφορετικά σε σχέση με τις γυναίκες σε άλλες πόλεις-κράτη. Για παράδειγμα, έπρεπε να γυμνάζονται όπως οι άνδρες, είχαν το δικαίωμα να κατέχουν γη και μπορούσαν να πίνουν κρασί.
Τέλος, σε αντίθεση με τις περισσότερες γυναίκες, ορισμένες κατ’ εξαίρεση, ξεπέρασαν τα όρια της ελληνικής κοινωνίας και απέκτησαν αναγνώριση που διήρκησε στο χρόνο, ως ποιήτριες (η Σαπφώ της Λέσβου), ως φιλόσοφοι (η Αρήτη της Κυρήνειας), ως ηγέτιδες (η Γοργώ, η Λακεδαιμόνια και η Ασπασία της Αθήνας) και ως φυσικοί (η Αγνοδίκη, η Αθηναία).
Τα κορίτσια
Όπως σε πολλούς άλλους ανδροκρατούμενους και αγροτικούς πολιτισμούς, ήταν πολύ πιο πιθανό οι γονείς να παρατήσουν τα θηλυκά μωρά τους παρά τα αρσενικά. Τα παιδιά των πολιτών πήγαιναν σχολείο, όπου μάθαιναν ανάγνωση, γραφή και μαθηματικά. Αφού τελειοποιούνταν αυτά τα βασικά μαθήματα, μάθαιναν λογοτεχνία (για παράδειγμα, Όμηρο), ποίηση και μουσική (κυρίως λύρα). Ο αθλητισμός ήταν εξίσου σημαντικό μέρος της εκπαίδευσης του νέου. Η εκπαίδευση των κοριτσιών γινόταν με παρόμοιο τρόπο με αυτή των αγοριών, όμως δινόταν μεγαλύτερη έμφαση στο χορό, στην ενόργανη γυμναστική και στη μουσική, όπου μπορούσαν να δείξουν το ταλέντο τους σε μουσικούς διαγωνισμούς και σε θρησκευτικές γιορτές και τελετές. Ο απώτερος σκοπός της εκπαίδευσης των κοριτσιών ήταν να τις προετοιμάσει για το ρόλο τους στην οικογένεια και όχι τόσο για να ενισχύσει την πνευματική τους ανάπτυξη.
Σκοπός της εκπαίδευσης των κοριτσιών ήταν να τις προετοιμάσει για το ρόλο τους στην οικογένεια και όχι τόσο για να ενισχύσει την πνευματική τους ανάπτυξη.
Οι νεαρές γυναίκες
Οι νεαρές γυναίκες έπρεπε να παντρευτούν στην τυπική ηλικία των 13 ή 14 ετών . Τον γάμο οργάνωνε συνήθως ο πατέρας της νύφης, ο οποίος επέλεγε τον σύζυγο και δεχόταν από αυτόν προίκα. Αν μία γυναίκα δεν είχε πατέρα, τότε το θέμα του γάμου και της διαχείρισης της περιουσίας αναλάμβανε ένας κηδεμόνας (ονομαζόταν κύριος) και πιθανόν ήταν ο θείος της ή κάποιος άλλος συγγενής αρσενικού φύλου. Όλες οι γυναίκες έπρεπε να παντρευτούν, δεν προβλεπόταν κανένας ρόλος για τις ανύπαντρες ώριμες γυναίκες στην ελληνική κοινωνία.
Οι παντρεμένες γυναίκες
Στην οικογενειακή εστία, οι γυναίκες έπρεπε να μεγαλώνουν τα παιδιά και να χειρίζονται τις καθημερινές απαιτήσεις του νοικοκυριού. Είχαν τη βοήθεια σκλάβων, αν φυσικά ο σύζυγος είχε την οικονομική ευχέρεια. Η επαφή με άνδρες εκτός οικογένειας απαγορευόταν. Ασχολούνταν στον ελεύθερο τους χρόνο κυρίως με δραστηριότητες εντός σπιτιού, όπως το πλέξιμο και η ύφανση. Μπορούσαν να επισκεφτούν φίλους και να συμμετέχουν σε δημόσιες θρησκευτικές τελετές και γιορτές. Είναι ακόμα αμφίβολο μεταξύ των επιστημόνων αν μπορούσαν να παρακολουθήσουν θεατρικές παραστάσεις ή όχι. Το πιο σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν μπορούσαν να παρευρεθούν σε δημόσιες συνελεύσεις, να ψηφίσουν ή να κατέχουν δημόσιο αξίωμα. Ακόμα και το όνομα μίας γυναίκας δεν έπρεπε να αναφερθεί δημοσίως, είτε για καλό είτε για κακό λόγο.
Οι παντρεμένες γυναίκες βρίσκονταν, τουλάχιστον σύμφωνα με τον νόμο, υπό την εξουσία του συζύγου τους. Συγγραφείς όπως ο Αριστοτέλης πίστευαν ακράδαντα ότι οι γυναίκες ήταν πνευματικά ανίκανες να λάβουν αποφάσεις για τον εαυτό τους. Στην πράξη βέβαια, κάθε ζευγάρι ξεχωριστά μπορεί να μοίραζε τους ρόλους του ισάξια.
Αν ο πατέρας μίας γυναίκας πέθαινε, εκείνη συνήθως δεν κληρονομούσε τίποτα αν είχε αδελφούς. Αν ήταν μοναχοκόρη, τότε τον έλεγχο της κληρονομιάς αναλάμβανε είτε ο κηδεμόνας της είτε ο σύζυγός της. Σε ορισμένες περιπτώσεις όταν μία ελεύθερη γυναίκα κληρονομούσε την ιδιοκτησία του πατέρα της, ήταν υποχρεωμένη να παντρευτεί τον κοντινότερο συγγενή της, ο οποίος συνήθως ήταν κάποιος θείος. Μπορούσαν επίσης να κληρονομήσουν περιουσία μετά το θάνατο ανδρών συγγενών τους, δεδομένου ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος συγγενής να την κληρονομήσει. Οι γυναίκες είχαν δική τους περιουσία, που προέκυπτε συνήθως από τα δώρα που τους προσέφεραν τα μέλη της οικογένειάς τους, και περιλάμβανε ρούχα και κοσμήματα. Δεν μπορούσαν όμως να κάνουν διαθήκη, γι’ αυτό και μετά το θάνατό τους, ο σύζυγός τους γινόταν ο δικαιούχος της περιουσίας τους.
Άλλοι ρόλοι
Κάποιες γυναίκες συμμετείχαν σε λατρείες ως ιέρειες για να τιμήσουν ορισμένες θεότητες (τη Δήμητρα και την Αφροδίτη κυρίως) καθώς και το Διόνυσο. Από την άλλη πλευρά, οι προσκυνητές ήταν και των δύο φύλων. Οι τελετουργίες που είχαν περιορισμούς μπορούσαν να αποκλείσουν είτε τους άνδρες είτε τις γυναίκες. Η Θεσμοφόρια ήταν το πιο διαδεδομένο φεστιβάλ γονιμότητας και συμμετείχαν μονάχα παντρεμένες γυναίκες. Κάθε χρόνο στην Αθήνα, επιλέγονταν τέσσερις νεαρές γυναίκες για να υπηρετούν την ιέρεια της Πολιάδος Αθηνάς και να υφαίνουν το ιερό πέπλος, το οποίο στόλιζε το λατρευτικό άγαλμα της θεάς. Κατά πάσα πιθανότητα, ο πιο γνωστός γυναικείος θρησκευτικός ρόλος ήταν το πεπαλαιωμένο μαντείο της Πυθίας στους Δελφούς, το οποίο ερμήνευε τις ανακηρύξεις του Απόλλωνα.
