Της Ειρήνης Καπράλου, Α1
Γύρω στα είκοσι, νεότατη και πανέμορφη είχε έρθει η ώρα της γιαγιάς μου να παντρευτεί, κάτι που στην εποχή της ήταν αναγκαστικό και εκτός αυτού και πολύ πιεστικό. Βέβαια, για εκείνη ήταν κάτι ευχάριστο, όπως ανέφερε. Φυσικά, τότε ο μόνος τρόπος για να παντρευτεί κανείς ήταν μέσω των προξενιών. Ήταν είκοσι ενός ετών όταν οι γονείς της της ανακοίνωσαν τα νέα. Θυμάται τη στιγμή, όπου ο πατέρας της και η μητέρα της, τη φώναξαν για να της το πουν και την πρώτη αντίδρασή της, που ξαφνιάστηκε αλλά χάρηκε ταυτόχρονα. Οι γονείς της με τους γονείς του παππού μου γνωρίζονταν πολύ καλά, με αποτέλεσμα να φέρουν και τα παιδιά τους πολύ κοντά. Γι” αυτό τον λόγο, το γεγονός αυτό ήταν κάτι όμορφο για την ίδια. Την ημέρα του γάμου λοιπόν, κομψοί και λαμπεροί ήταν έτοιμοι να δεχτούν ο ένας τον άλλον για το υπόλοιπο της ζωής τους, παρόλο που δεν αποφασίστηκε από τους ίδιους. Βέβαια, εκτός από τα μειονεκτήματα των προξενιών, υπάρχουν και πολλά πλεονεκτήματα, όπως στην περίπτωση της γιαγιάς και του παππού μου, αφού από αυτή την ένωση που έγινε πριν δύο γενιές, γεννήθηκα εγώ!
