Μπουγάδα

as mathoume

Η γυναίκα νοικοκυρά του 1960 στην επαρχία του νησιού μας.

Χρόνια δύσκολα, σκληρά, φοβισμένα, φαλλοκρατικά, οικογένειες πολύτεκνες.

Πρωταγωνιστικό ρόλο στην  καθημερινότητα, η γυναίκα σύζυγος, μάνα, νοικοκυρά, εργάτρια-μέλισσα. Πολλοί οι ρόλοι της, ατελείωτη εξαντλητική βάρδια, 18ωρη.

Καμία εξέλιξη δεν έφτασε ως εκεί. Ανύπαρκτη ύδρευση και για ηλεκτρισμό ούτε λόγος.

Η νοικοκυρά-εργάτρια, έπρεπε να αρχίσει από τις 5 τα χαράματα για να φέρει όλους τους ρόλους της εις πέρας. Δεν έχανε ποτέ την ώρα την, ήταν τα κοκόρια που την ξυπνούσαν. Ρολόι αλάνθαστο. Μέσα στις ατελείωτες ώρες εργασίας ήταν και το πλύσιμο των ρούχων, “Η Κεφαλλονίτικη μπουγάδα”.

Ο νους τρέχει πίσω. Ατελείωτες εικόνες ζωντανές σου προκαλούν μια πικρή μελαγχολία.

Πάνω σε τέσσερα μεγάλα ποριά τοποθετείται το μαστέλο μεγάλο με τρία χερούλια, κατασκευασμένο από χοντρή λαμαρίνα που αντέχει στα χρόνια και δεν σκουριάζει ποτέ. Δίπλα του ένα χαμηλό, πλατύ κοφίνι και άλλα δύο πιο ψηλά για τα σκούρα και λευκά ρούχα και η σκάφη με τη σανίδα πλύσης.

Η γυναίκα-πλύστρα βάζει την πυροστιά στη φωτιά, τοποθετεί πάνω την πινιάτα, τη γεμίζει νερό που η ίδια έχει βγάλει με τα χέρια της, αν είναι τυχερή, από τη στέρνα που είναι ρηχή, αν όχι από το πηγάδι που είναι πολύ πιο βαθύ, ρίχνει μέσα νεραντζάνθια, δεντρολίβανο, φύλλα πορτοκαλιάς και λεμονιάς και μπόλικη στάχτη αφού την κοσκινίσει και τ’ αφήνει να βράσουν.

Πηγαίνει στο μαστέλο και τοποθετεί τα σκούρα ρούχα απλωτά. Αφού τα τελειώσει βάζει από πάνω το κοφίνι ώστε να μην ακουμπά στα σκούρα ρούχα. Στον πυθμένα του καλαθιού βάζει ένα κομμάτι ύφασμα από δίμιτο λευκό, σαπουνίζει ένα-ένα τα ασπρόρουχα με τα απολειφάδια και τα τοποθετεί όμορφα στο κοφίνι. Όταν τελειώσει, τα σκεπάζει με ένα κομμάτι δίμιτο και από πάνω σφραγίζει καλά με διπλή καναβάτσα ώστε να μην περάσει η στάχτη.

Φέρνει την πινιάτα και με σιδερένια κανάτα αρχίζει να ρίχνει πάνω από την καναβάτσα την αλισίβα, δηλαδή το μείγμα που έχει βράσει. Τ’ αφήνει όλο το βράδυ.

Την άλλη μέρα αρχίζει η επίπονη σκληρή και πολύωρη πλύση των ρούχων.

Βάζει τη σκάφη πάνω σε ποριά και ρίχνει μέσα καθαρό καυτό νερό και αρχίζει να σαπουνίζει ένα-ένα τα ρούχα πάνω στην κυματιστή σανίδα πλύσης που έχει μια θήκη στην άκρη για να βάζει το σαπούνι που η ίδια είχε φτιάξει με τα κατακάθια από τα πληθάρια και ποτάσα. Δίπλα άλλα δυο μαστέλα για το πέρασμα των ρούχων και μια σκαφούλα για το λουλάκι, για το τελευταίο πέρασμα των ρούχων.

Αφού τελειώσει το πλύσιμο, αρχίζει το πέρασμα, στύψιμο και άπλωμα στα σύρματα τα οποία έδεναν από δέντρο σε δέντρο για να αντέχουν το βάρος. Μοσχομύριζε ο τόπος από την ευωδιά των ρούχων. Οι αχτίνες του ήλιου θάμπωναν στο λευκό και στη λάμψη τους.

Μάζεμα αφού στέγνωναν και σίδερο στο σιδεροκάρβουνο. Φύλαγμα στο κομό και για μια εβδομάδα θα ξεκουραστεί τουλάχιστον από το πλύσιμο.

Κάθε φορά που η νοικοκυρά έπαιρνε κάποιο ασπρόρουχο από το κομό βύθιζε το πρόσωπό της πάνω του για να ρουφήξει το άρωμα που είχαν αφήσει τα νεραντζάνθια, το δεντρολίβανο και τα φύλλα της λεμονιάς και της πορτοκαλιάς.

ΥΜΝΟΣ σ’ αυτά τα ταλαιπωρημένα, κουρασμένα χέρια που ως και η γραμμή της ζωής στην παλάμη της είχε κομματιστεί, είχε γίνει θαμπή, σχεδόν αόρατη από τους ρόζους, τις φουσκάλες και τις κακουχίες της καθημερινότητας της.

ΥΜΝΟΣ στην ηρωίδα νοικοκυρά, σύζυγο, μάνα, εργάτρια της Κεφαλληνιακής επαρχίας.

Μικρό Λεξιλόγιο της Μπουγάδας:

Ποριά: δουλεμένες στο χέρι πέτρες με μεγάλο μέγεθος ώστε να είναι λείες

Μαστέλο: μεγάλο σιδερένιο δοχείο με 3 χερούλια, πλατύ πάνω και πιο στενό κάτω

Πινιάτα: μεγάλο δοχείο σαν κατσαρόλα που ζέσταιναν νερό για μπάνιο, ήταν πάντα μαύρο από τον καπνό

Κοφίνι: μεγάλο καλάθι φτιαγμένο από λυγαριά και καλάμια

Πυροστιά: σιδερένια κατασκευή με τρία πόδια, χαμηλή για να βάζουν πάνω την κατσαρόλα ή το τηγάνι για μαγείρεμα

Δίμιτο: χοντρό ύφασμα με πολύ πυκνή ύφανση

Απολειφάδια: χρησιμοποιημένα κομμάτια σαπουνιού

Καναβάτσα: χοντρό ύφασμα από τσουβάλι που οι νοικοκυρές το κεντούσαν με μάλλινες κλωστές και το έκαναν χαλάκια

Αλισίβα: το σταχτόνερο που έβραζαν, καθάριζε πολύ καλά τα ρούχα

Σκάφη: σιδερένια στενόμακρη μπανιέρα

Σιδεροκάρβουνο: ήταν το σίδερο της εποχής, έβαζαν μέσα κάρβουνα για να σιδερώσουν

Κομό: σημερινή σιφινιέρα με βαθιά συρτάρια σκαλιστά και από πάνω μάρμαρο

Ρόζους: από την πολύ δουλειά τα χέρια γίνονταν πολύ σκληρά

Λουλάκι: το λευκαντικό της εποχής

Συντάκτης: Αγγελική

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης