Από τους μαθητές Κιοκάι Λέανδρο και Σταματόπουλο Νικόλαο
Η λέξη «κλεψύδρα» (κλέπτω + ὕδωρ) χρησιμοποιείται για να δηλώσει το όργανο μετρήσεως του χρόνου. Στην αρχαιότητα οι κλεψύδρες ήταν ένα είδος απλού υδραυλικού ρολογιού που χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια δικών για τον υπολογισμό του χρόνου ομιλίας των ομιλητών. Αποτελούνταν από δύο αγγεία, το ένα από τα οποία ήταν τοποθετημένο σε ψηλότερο σημείο. Στη βάση αυτού υπήρχε προχοή, απ΄ όπου έρεε το νερό στο δοχείο που ήταν τοποθετημένο σε κατώτερο σημείο. Η αγόρευση των ομιλητών ολοκληρώνονταν, όταν άδειαζε το πάνω δοχείο.
Η λέξη «κλεψύδρα» χρησιμοποιείται στην επιστήμη της Αρχαιολογίας για να δηλώσει ένα είδος σκεύους που έχει διάτρητο πυθμένα και κούφια λαβή. Η κλεψύδρα της φωτογραφίας εκτίθεται στην αίθουσα κλυτύων του Μουσείου Ακρόπολης (προθήκη 6, αρ. 74). Βρέθηκε το 1957 σε θραύσματα στη νότια πλαγιά της Ακρόπολης, όπου βρισκόταν το ιερό της Νύμφης, προστάτιδας του γάμου και των γαμήλιων τελετών. Τοποθετείται χρονικά στην αρχαϊκή εποχή (550-500 π.Χ.) και είναι κατασκευασμένη από πηλό.
Το αγγείο γέμιζε βυθιζόμενο στο υγρό από τις οπές του πυθμένα. Το υγρό συγκρατιόταν στο εσωτερικό του αγγείου με το κλείσιμο της οπής στην κορυφή της λαβής, ενώ με την απελευθέρωσή της το υγρό έρρεε από τον διάτρητο πυθμένα. Υποστηρίζεται ότι τα αγγεία αυτού του τύπου χρησιμοποιούνταν για τελετουργικό ραντισμό (σπονδές) προς τους νεκρούς ή τις χθόνιες θεότητες. Υπάρχει, ωστόσο, και η υπόθεση ότι οι κλεψύδρες αυτές ήταν χρηστικά σκεύη άντλησης και διήθησης κρασιού ή λαδιού.
ΠΗΓΕΣ
1. Μπαμπινιώτης, Γ. (1998). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.




