της Μυρτούς Τσιμούρη
Η δημοσιογραφία είναι ένα σύγχρονο θαύμα, αδιανόητο πριν από αιώνες, όταν οι πληροφορίες ελέγχονταν από βασιλείς και κληρικούς. Η γνώση και οι πληροφορίες έγιναν πιο ελεύθερες με την πάροδο του χρόνου. Πέτρινες ταμπλέτες, τυπογραφία, εφημερίδες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο. Όλες αυτές οι καινοτόμες εφευρέσεις έγιναν ταυτόχρονα με την προοδευτική πορεία του ανθρώπου από την άγνοια, τη δεισιδαιμονία και τον σκοταδισμό στη δημοκρατία, τη λογική, την πρόοδο και το φως. Αυτό που θεωρούμε δημοσιογραφία, όμως έχει αλλάξει ριζικά από τον 17ο αιώνα όταν εκδόθηκαν οι πρώτες εφημερίδες. Γιατί, λοιπόν, άρθρα με τίτλους όπως «Αθηνά Οικονομάκου: Η νέα απόδραση με τον Μπρούνο Τσερέλα πριν από τα Χριστούγεννα» αποτελούν είδηση σήμερα;
Πολλοί θεωρούν ότι το διαδίκτυο προκαλεί την εξαφάνιση της ποιοτικής δημοσιογραφίας. Τι είναι, όμως, η ποιοτική δημοσιογραφία; Το να προσπαθεί κανείς να ορίσει αυτή την έννοια μοιάζει με τη διαχρονική συζήτηση για το τι θεωρείται τέχνη και τι όχι. Αρχικά, η ποιότητα είναι κάτι υποκειμενικό, που εξαρτάται από τα ενδιαφέροντα, τις γνώσεις, τις προτιμήσεις, ακόμη και την πολιτική ιδεολογία του καθενός. Για παράδειγμα, αρκετοί Βρετανοί δεν θα εμπιστευόταν ποτέ την κεντροαριστερή «Guardian» και άλλοι θα αμφισβητούσαν την συντηρητική «Daily Telegraph». Ωστόσο και οι δύο θεωρούνται ευρέως ποιοτικές εφημερίδες. Μέχρι και το βραβείο Pulitzer, η ύψιστη τιμή για την έντυπη δημοσιογραφία, δεν έχει ένα σύνολο κριτηρίων βάσει στο οποίο κρίνει τι καθιστά ένα δημοσιογραφικό κείμενο ποιοτικό και άξιο του βραβείου.
Οι ίδιοι οι συντάκτες και οι δημοσιογράφοι αποφασίζουν τι είδους ιστορίες επιθυμούν να διαδώσουν και πως. Γι’ αυτό η ποιότητα της δημοσιογραφίας αποτελεί ένα ευρύ φάσμα. Στο ένα άκρο έχουμε, για παράδειγμα, την ερευνητική δημοσιογραφία και στο άλλο έχουμε την ταμπλόιντ δημοσιογραφία. Η πρώτη αποτελεί δημοσιογραφική έρευνα που ξεπερνά τα όρια του απλού ρεπορτάζ και ασχολείται με την εις βάθος και πολύπλευρη διερεύνηση σημαντικών για την κοινωνία θεμάτων. Τέτοια θέματα συνήθως είναι οι συνωμοσίες και η διαφθορά σχετικά με πολιτικούς, το οργανωμένο έγκλημα, τα ειδεχθή και ανεπίλυτα εγκλήματα, κ.α. Η δεύτερη ασχολείται με θέματα όπως το κουτσομπολιό και χαρακτηρίζεται από τον κιτρινισμό, την υπερπληροφόρηση και την παραπληροφόρηση. Ωστόσο, πολλοί υποστηρίζουν ότι η καταδίκη του λαϊκιστικού στυλ των ταμπλόιντ ως κακής δημοσιογραφίας είναι απλά ελιτιστική. Οι συντάκτες των ταμπλόιντ, συχνά δηλώνουν ότι η δημοτικότητά τους εγγυάται ότι η δημοσιογραφία τους είναι καλή, διότι τέτοιου είδους δημοσιογραφία επιθυμεί το κοινό.
Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα χιουμοριστικό ή ένα αθλητικό κείμενο ως ποιοτική δημοσιογραφία; Πιστεύω πως η θεματολογία ενός δημοσιογραφικού κειμένου δεν καθορίζει την ποιότητά του. Η ποιοτική δημοσιογραφία μπορεί να είναι ένα σοβαρό άρθρο που αφορά την πολιτική, αλλά μπορεί επίσης να είναι μία κριτική ενός έργου ή ο σχολιασμός ενός αθλητικού γεγονότος. Αν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και ακολουθεί τα πρότυπα της καλής γραφής και της δημοσιογραφικής δεοντολογίας τότε κατά τη γνώμη μου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ποιοτικό έργο. Όπως η καλή λογοτεχνία, έτσι και η καλή δημοσιογραφία προσπαθεί να μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε τον χαοτικό κόσμο γύρω μας. Μας δίνει το πλαίσιο και τις συνθήκες πίσω από σημαντικά γεγονότα, κοιτά πέρα από τα προφανή και πίσω από τις απάτες,
αλλά και μπροστά, εκεί που μας οδηγούν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία.
Σύμφωνα με τον Ουμπέρτο Έκο: «Η ενημέρωση δεν είναι πια όργανο για την παραγωγή οικονομικών αγαθών, αλλά έγινε η ίδια το κυριότερο από τα αγαθά. Η ενημέρωση έγινε βαριά βιομηχανία». Πλέον, ο στόχος των περισσότερων δημοσιογράφων είναι να προσελκύσουν περισσότερο κοινό, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ευτελιστεί εντελώς η ποιότητα της ενημέρωσης. Με πρόσχημα την ανάγκη να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και στις προσδοκίες του κοινού, οι δημοσιογράφοι ασχολούνται κυρίως με ασήμαντα και, συχνά, ανόητα θέματα, προβαίνουν σε επιφανειακές και επιπόλαιες αναλύσεις σημαντικών γεγονότων, ώστε να είναι εύπεπτες και συνεπώς πιο αναλώσιμες, και θωπεύουν με τον πιο ευτελή τρόπο τις αντιλήψεις, τα κατώτερα ένστικτα και τις διαθέσεις του κοινού. Έτσι, η ενημέρωση θυσιάζεται στο βωμό του κέρδους, ενώ το κοινό οδηγείται όλο και περισσότερο στην πνευματική ένδεια, στην ηθική διάβρωση και στην παθητικότητα ή στρέφεται έντεχνα σε επικίνδυνες καταστάσεις, όπως ο φανατισμός και η βία.
Εφόσον επιθυμούμε να λαμβάνουμε ποιοτική δημοσιογραφία, πρέπει να θέσουμε ορισμένους κανόνες οι οποίοι θα εξασφαλίζουν την ποιότητα της ενημέρωσης. Τέτοιους κανόνες έθεσαν ο Bill Kovach και ο Tom Rosenstiel στο βιβλίο τους, «The Elements of Journalism» («Τα Στοιχεία της Δημοσιογραφίας»). Απαρίθμησαν, λοιπόν, εννέα αρχές που πιστεύουν ότι πρέπει να ενσωματωθούν στην πρακτική της δημοσιογραφίας, με σκοπό να «παρέχουν στους ανθρώπους τις πληροφορίες που χρειάζονται για να είναι ελεύθεροι και αυτόβουλοι». Η δημοσιογραφία, λοιπόν, πρέπει να υπακούει στις εξής αρχές:
1. Το πρώτο χρέος της δημοσιογραφίας είναι στην αλήθεια.
2. Η πρώτη της αφοσίωση είναι στους πολίτες.
3. Η ουσία της είναι η επαλήθευση.
4. Αυτοί που την ασκούν πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τα άτομα για τα οποία γράφουν.
5. Πρέπει να λειτουργεί ως ένα ανεξάρτητο σύστημα επιτήρησης της ισχύος.
6. Πρέπει να παρέχει ένα φόρουμ δημόσιας κριτικής και συμβιβασμού.
7. Πρέπει να προσπαθεί να κάνει το σημαντικό ενδιαφέρον και σχετικό.
8. Πρέπει να κάνει τις είδησεις περιεκτικές και αναλογικές.
9. Αυτοί που την ασκούν πρέπει να μπορούν να δηλώνουν τις προσωπικές τους απόψεις.
Όπως ανέφερα προηγουμένως, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ποιοτικής δημοσιογραφίας αποτελεί ο κλάδος της ερευνητικής δημοσιογραφίας (investigative journalism). Αυτό το είδος δημοσιογραφίας αποκαλύπτει τη διαφθορά και πυροδοτεί την αλλαγή. Πολλοί θεωρούν ότι έχει εκλείψει, αλλά αυτό δεν ισχύει. Τέτοιου είδους άρθρα απλά δεν προσελκύουν την πλειονότητα, διότι βυθίζονται στην αχανή μαύρη τρύπα της πληροφορίας που αποτελεί το διαδίκτυο. Αξιοσημείωτα τέτοια έργα αποτελούν τα: WMD Iraq (2014) (Ιρακινά όπλα μαζικής καταστροφής), Rapist Priests (2002) (Υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης της Καθολικής Εκκλησίας), Panama Papers (2016) (Τα έγγραφα του Παναμά), Afghanistan Papers (2019) (Τα έγγραφα του Αφγανιστάν), Chicago PD Blacksites (2015) (Τοποθεσίες στις οποίες η αστυνομία του Chicago βασάνιζε κρατούμενους), Harvey Weinstein (2017) (Σκάνδαλο σεξουαλικών παρενοχλήσεων και βιασμών), Abu Ghalib (2004) (Εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν Αμερικανοί στρατιώτες στην φυλακή Abu Ghalib στο Ιράκ), Snowden (2013) (Απόρρητα έγγραφα που αποκάλυπταν την ύπαρξη παγκόσμιων προγραμμάτων παρακολούθησης), Facebook (2021) (Μια εσωτερική διαρροή εγγράφων η οποία έδειξε ότι η εταιρεία είχε επίγνωση επιβλαβών κοινωνικών επιπτώσεων που είχαν οι πλατφόρμες της), Opioid Crisis (2017) (Η κρίση των οπιοειδών), NYPD spying on Muslims (2012) (Σκάνδαλο στο οποίο η αστυνομία της Νέας Υόρκης κατασκόπευε μουσουλμάνους), Lead Paint in Toys (2007) (Αποσύρθηκαν από την αγορά σχεδόν 1 εκατομμύριο παιχνίδια της Mattel, διότι είχαν μεγάλες ποσότητες μόλυβδου στη μπογιά τους), American Special Forces War Crimes in Syria (2020-2021) (Εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν οι Ειδικές δυνάμεις των Η.Π.Α. κατά Σύρων) , Theranos (2015) (Μεγάλη απάτη που διέπραξε εταιρεία ιατρικής τεχνολογίας).
Τέτοιου είδους έργα μας καθιστούν προφανές ότι ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν είναι απλά να μας ενημερώνει για τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις. Ένας δημοσιογράφος έχει τη δυνατότητα να επιφέρει αλλαγή και φέρει υπαίτιους εγκλημάτων στη δικαιοσύνη. Παραδείγματα δημοσιογράφων άξιων προς μίμηση αποτελούν οι εξής:
Νέλι Μπλάι
Η Νέλι Μπλάι ήταν δημοσιογράφος της εφημερίδας «New York World», η οποία το 1887 εισήχθη ως παράφρων στο «Άσυλο Τρελών Γυναικών» της Νέας Υόρκης, προκειμένου να παρακολουθήσει εκ των έσω τις συμπεριφορές του προσωπικού προς τις ασθενείς του δημόσιου αυτού ψυχιατρείου. Οι αποκαλύψεις της Μπλάι, που δημοσιεύτηκαν πρώτα στην εφημερίδα και κατόπιν σε βιβλίο, πυροδότησαν οργή, νομικές ενέργειες και οδήγησαν σε βελτιώσεις στη θεραπεία των ατόμων με ψυχικές ασθένειες.
Μπράιαν Ντιρ
Ο Μπράιαν Ντιρ κατά το 2004 με 2010 δημοσίευσε άρθρα στην «Sunday Times» που αποκάλυψαν ότι η έρευνα που δημοσιεύτηκε από το «The Lancet» και συνέδεε τον εμβολιασμό παιδιών με το εμβόλιο MMR (εμβόλιο εναντίον ιλαράς, ερυθράς και παρωτίτιδας) με τον αυτισμό ήταν ψεύτικη.
Καρλ Μπέρνσταϊν και Μπομπ Γούντγουορντ
Ο Καρλ Μπέρνσταϊν και ο Μπομπ Γούντγουορντ ήταν δύο θαραλλέοι ερευνητικοί δημοσιογράφοι, οι οποίοι έγραψαν μία σειρά άρθρων που οδήγησαν στην αποκάλυψη του «Watergate Scandal» και στην πτώση του Ρίτσαρντ Νίξον.
Όλοι τους αποδεικνύουν την ανάγκη για έναν ελεύθερο τύπο, ο οποίος αναγκάζει την κυβέρνηση να αναλάβει ευθύνη για τις πράξεις της. Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες οι οποίοι αποτρέπουν τους σημερινούς δημοσιογράφους από το να ακολουθήσουν το μονοπάτι της ερευνητικής δημοσιογραφίας. Αρχικά, τέτοιου είδους έρευνες απαιτούν πολύ χρόνο και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ παράλληλα κοστίζουν αρκετά. Αυτοί οι λόγοι αποτρέπουν τις περισσότερες εφημερίδες και κανάλια από το να χρηματοδοτήσουν αυτές τις έρευνες, διότι δεν θα τους προσέφεραν και κάποιο ιδιαίτερο κέρδος. Επιπλέον, πολλοί από αυτούς τους δημοσιογράφους διατρέχουν σοβαρούς κινδύνους, καθώς το έργο τους έχει συχνά αρνητικό αντίκτυπο σε κυβερνήσεις, εταιρείες, πολιτικούς και άτομα με μεγάλες περιουσίες, δύναμη και επιρροή.
Αυτή τη στιγμή, η Παλαιστίνη αποτελεί την πιο επικίνδυνη χώρα για δημοσιογράφους, διότι πάνω από 145 δημοσιογράφοι έχουν βρεθεί νεκροί από τον Οκτώβριο του 2023, με τουλάχιστον 35 από αυτούς να έχουν δολοφονηθεί σκόπιμα. Οι περισσότεροι αιχμάλωτοι δημοσιογράφοι βρίσκονται σε φυλακές στην Κίνα (124, εκ των οποίων 11 στο Χονγκ Κονγκ), στο Μιανμάρ (61), στο Ισραήλ (41) και στη Λευκορωσία (40). Το 70% των ομήρων δημοσιογράφων βρίσκεται στη Συρία. Οι περισσότεροι από αυτούς απήχθησαν από το Ισλαμικό Κράτος κατά τη διάρκεια του πολέμου και, δέκα χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι σχεδόν αδύνατο, να λάβουμε πληροφορίες για την κατάστασή τους και το πού βρίσκονται. Σχεδόν 100 δημοσιογράφοι εξακολουθούν να αγνοούνται σε 34 χώρες σε όλο τον κόσμο. Πάνω από το ένα τέταρτο αυτών των δημοσιογράφων έχουν εξαφανιστεί τα τελευταία 10 χρόνια.
Οι δημοσιογράφοι δεν πεθαίνουν, δολοφονούνται. Δεν μπαίνουν στη φυλακή, τα αυταρχικά καθεστώτα τους κλειδώνουν σε φυλακές παράνομα. Δεν εξαφανίζονται, απάγονται. Αυτά τα εγκλήματα, που συχνά ενορχηστρώνονται από κυβερνήσεις και ένοπλες ομάδες, παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και πολύ συχνά μένουν ατιμώρητα. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους εαυτούς μας ως πολίτες ότι οι δημοσιογράφοι πεθαίνουν για εμάς, για να μας κρατάνε ενημερωμένους. Πρέπει να συνεχίσουμε να μετράμε, να κατονομάζουμε, να καταδικάζουμε, να ερευνούμε και να διασφαλίζουμε ότι αποδίδεται δικαιοσύνη. Ο φαταλισμός δεν πρέπει ποτέ να νικήσει. Το να προστατεύουμε αυτούς που μας ενημερώνουν σημαίνει να προστατεύουμε την αλήθεια, διότι κάθε φορά που δολοφονείται ένας δημοσιογράφος, ένα κομμάτι της αλήθειας χάνεται μαζί του.
Συνοψίζοντας, η δημοσιογραφία αποτελεί μία τέχνη. Η ενημέρωση αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο, συντελεί στη θετική πολιτικοποίηση του ατόμου, προασπίζει τη δημοκρατία και συνιστά πηγή μάθησης η οποία συμβάλλει στην πνευματική καλλιέργεια των ανθρώπων. Πρέπει, λοιπόν, να υποστηρίζουμε με κάθε μέσο τους πραγματικούς δημοσιογράφους και να μην υποβαθμίζουμε αυτή την τέχνη διαβάζοντας κουτσομπολίστικα άρθρα και ανακριβείς ειδήσεις. Όπως είπε ο Ιγνάσιο Ραμονέ: «Η ελευθερία των ΜΜΕ δεν αποτελεί παρά προέκταση της συλλογικής ελευθερίας της έκφρασης, που αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας. Προϋποθέτει κοινωνική ευθύνη. Ως τέτοια δεν μπορεί να μονοπωλείται από μια ομάδα ισχυρών. Τα ΜΜΕ δεν πρέπει να παραμείνουν η μόνη εξουσία χωρίς αντίβαρο».
