Έχει αναδειχθεί στην επικαιρότητα μια μεταρρύθμιση στο εκπαιδευτικό σύστημα, με επίκεντρο το λύκειο, διαχωρισμένη σε έξι κύριες πολιτικές.
Αρχικά, η τράπεζα θεμάτων, θα επεκταθεί και θα καθορίζει και τα τέσσερα θέματα των προαγωγικών και απολυτηρίων εξετάσεων και στις τρεις τάξεις του λυκείου. Η τράπεζα θα οργανώνεται από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Προκαλεί προβληματισμό το γεγονός ότι οι καθηγητές που διδάσκουν τα εκάστοτε μαθήματα θα πάψουν να επιλέγουν έστω και ένα μέρος των θεμάτων των εξετάσεων.
Επίσης, προωθείται ανωνυμοποιημένη βαθμολόγηση των γραπτών, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, με στόχο την διαφάνεια των βαθμολογιών. Οτιδήποτε σχετίζεται με την αξιολόγηση των μαθητών (τεστ, διαγωνίσματα, εργασίες, γραπτά εξετάσεων) θα ψηφιοποιούνται και θα μπαίνουν στον ψηφιακό φάκελο του μαθητή. Οι προφορικοί βαθμοί, από την άλλη πλευρά, θα ελέγχονται ως προς την απόκλιση από τα γραπτά του κάθε μαθητή.
Για τον υπολογισμό του βαθμού του εθνικού απολυτηρίου θα προσμετρώνται οι μέσοι όροι και των τριών τάξεων του λυκείου με διαφορετικό συντελεστή. Τα δύο πιθανά σενάρια είναι : 60%, 30% και 10% ή 50%, 35% και 15% για τους βαθμούς Γ’ , Β’ και Α’ λυκείου αντιστοίχως. Τέλος, το εθνικό απολυτήριο θα επηρεάσει σημαντικά και την βάση εισαγωγής στα ΑΕΙ, καταργώντας την ελάχιστη βάση εισαγωγής, η οποία είχε ως στόχο οι μαθητές με κακούς βαθμούς να μην περνάνε στα ΑΕΙ.
Αν και προσωπικά μπορώ να φανταστώ κάποια χρησιμότητα για μερικές από τις παραπάνω αλλαγές, αναρωτιέμαι κατά πόσο αυτές ενθαρρύνουν την έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να αναζητά γνώσεις, δηλαδή το πώς μπορεί να εμπνεύσει στα παιδιά την δίψα για μάθηση και την ευγενή άμιλλά και όχι την απλή βαθμοθηρία. Εκτός από τους βαθμούς, θα άξιζε να είχε και η απλή δίψα για γνώση την τιμητική της παρουσία στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Δημοσθένης Ζήρος
