
Του μαθητή της Α΄ Λυκείου Γούσιου Αντώνη
Κοιτάει τον κόσμο να περνά απάνω στο τσιμέντο
Στην πόλη βγήκε παγανιά το μόνο του ταλέντο
Ήτανε ταξιτζής παλιά και σάρωνε το κέντρο
Τα τέσσερά του ελαστικά ξέραν τον δρόμο απ’ έξω.
Είδε τους γύρω να γερνάν μα είπε εγώ αντέχω
Καθισμένος ασάλευτος σαν κάθε άλλο ξένο
Τα πόδια του δεν τον κρατούν όσο και αν θέλει πλέον
Μέχρι και ο ίδιος ήξερε ότι δεν έχει μέλλον.
Και τώρα στο πεζοδρόμιο, μοιραία ως ζητιάνος
Έφυγε η γυναίκα του, του την πήρε ο Χάρος
Έφυγε και ο γιόκας του, τώρα ήταν φαντάρος
Τίποτε δεν του έμεινε, μόνος του μες στο χάος.
Μα ακόμα εκεί. Ασάλευτος, σα να μην ανασαίνει
Ένας περαστικός κοιτά, νομίζει πως τον ξέρει
Σκύβει το κεφάλι του και του πιάνει το χέρι
Μα είναι κρύο σαν χιονιάς στη μέση του Δεκέμβρη
«Πάγωσες, αδερφούλη μου», του λέει στοργικά
Πάει να τον αγκαλιάσει, να θυμηθεί τα παλιά
Σταματάει όμως το χέρι του σαν φτάνει στον λαιμό του
Δε νιώθει την ανάσα του ούτε και τον σφυγμό του
Σηκώνεται απότομα, τα βλέφαρά του κλείνει
Και ένα δάκρυ στο μπετόν να πέσει κάτω αφήνει
«Καλό παράδεισο, αδερφέ» στο αυτί του ψιθυρίζει
Μα πάλι είναι ασάλευτος, ασάλευτος θα μείνει.
Επιμέλεια: Αλβανίδου Γεωργία

