Τα Σμυρναίικα γλυκά είναι αρκετά γνωστά στη χώρα μας με πιο δημοφιλή τον σιμιγδαλένιο χαλβά, τα σμυρναίικα κουλουράκια, και τα σιροπιαστά γλυκά, όπως το σαραγλί, οι μπαμπάδες, το ανατολίτικο κιουνεφέ, τα σμυρναίικα φοινίκια και το ιτσλί.

Α. Τα σμυρναίικα κουλουράκια, που είναι και τα πιο φημισμένα, διαφοροποιούνται στα υλικά σε σχέση με τα άλλα κουλουράκια, γίνονται σε σχήμα βαρκούλας και επηρέασαν τις συνταγές της μητροπολιτικής Ελλάδας κυρίως με την άφιξη των προσφύγων μετά την Μικρασιατική Καταστροφή.
Β. Κομψοτεχνήματα ζαχαροπλαστικής τα ιτσλί (ή ισλί), έχουν καππαδοκική προέλευση, όμως φτιάχνονταν σε ολόκληρη τη Μικρασία, με κάποιες διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο, κι από νοικοκυρά σε νοικοκυρά, όπως γίνονταν άλλωστε και με όλες τις συνταγές.
Μοιάζει με το πασίγνωστο και δημοφιλέστατο μελομακάρονο, όμως τα ιτσλί είναι “κεντημένα”, έχουν τριγωνικό σχήμα, γεμίζονται με καρύδια και αρώματα, και είναι λιγότερο σιροπιασμένα.
Στα σμυρνέικα και τα πολίτικα αριστοκρατικά σπίτια, βασική προϋπόθεση επιτυχίας των ιτσλί, ήταν το κέντημά τους, που αποτελούσε λόγο συναγωνισμού ανάμεσα στις Σμυρνιές και στις Πολίτισσες νοικοκυρές.
Για τη διακόσμηση των ιτσλί χρησιμοποιούνταν συνήθως συγκεκριμένος τύπος τσιμπιδιού, όμως το κέντημα γινόταν συχνά με τρίφτη, με πιρούνι, με οδοντογλυφίδα, με βελονάκι.
Ειδικά στις μέρες κοντά στην Πρωτοχρονιά, συνήθιζαν τελειώνοντας με τη διακόσμησή τους, να βουτούν τα γλυκά τους κομψοτεχνήματα σε μέλι και πετιμέζι, αφ’ ενός για να γλυκάνουν τον χρόνο που έφευγε, κι αφετέρου για να προδιαθέσουν τη νέα χρονιά, ώστε να είναι γλυκιά και όμορφη σαν αυτά.
Γ. Τα αετουδάκια (ή αετάκια, αητουδάκια, αητάκια, αετόπουλα κτλ.) ήταν κουλουράκια που τα έφτιαχναν κυρίως στη Σμύρνη, αλλά και γενικότερα στη χερσόνησο της Ερυθραίας και στα παράλια της Μικρασίας.
Τα αετουδάκια φτιάχνονταν λίγες μέρες πριν την Πρωτοχρονιά, καθώς έπρεπε να τοποθετηθούν στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, μπροστά στο γηραιότερο μέλος της οικογένειας, για να ευχηθεί πρώτος, λέγοντας:Όπως τον αετό, έτσι όμορφα και περήφανα να να πετάει κι η φαμελιά μας! Στη συνέχεια όλα τα μέλη της οικογένειας, φιλούσαν ως ένδειξη σεβασμού, το χέρι του πρεσβύτερου, που τους μοίραζε τα αετάκια. Εκτός απ’ την ιδιαίτερη όψη και τη θαυμάσια γεύση τους, τα αετουδάκια, αποτελούσαν συμβολισμό, για τη σύνδεση των Ρωμιών της περιοχής με τον δικέφαλο αετό και τη βυζαντινή τους προέλευση, που πέρασε μέσα απ’ τα χρόνια της τουρκοκρατίας, αλώβητη στους Έλληνες Μικρασιάτες.

Δ. Σαραϊγλί πολίτικο:Η καταγωγή του αντλείται από την Βυζαντινή ζαχαροπλαστική και αποτελεί μία απ’ τις παραλλαγές του τυλιχτού μπακλαβά.
Αντλεί την καταγωγή του από το βυζαντινό γλύκισμα “κοπτή” που αποτελούνταν από μέλι, νερό φρούτα και ξηρούς καρπούς βρασμένα σε λάδι. Πιθανολογείται πως η αρχική έμπνευση του γλυκού αυτού, ανήκε σε κάτοικο της σελευκιδικής Αντιόχειας του Ταύρου (Νοτιονατολική Ανατολία). Με την πάροδο των χρόνων, στη συνταγή του γλυκίσματος προστέθηκαν διάφορα επίπεδα ζύμης, ώσπου δημιουργήθηκε στις κουζίνες του ανακτόρου Τοπκαπί το φύλλο κρούστας, και τα σιροπιαστά άρχισαν να παίρνουν την σημερινή τους μορφή. το γλυκό συναντάται σε διάφορες εκδοχές, με ποικιλία στο σχήμα, στα υλικά αλλά και στα μικρά μυστικά προετοιμασίας και ψησίματος.

Ε. Χαλβάς Σιμιγδαλένιος: Με το όνομα χαλβάς συναντάμε μια μεγάλη ποικιλία διαφορετικών μεταξύ τους γλυκισμάτων. Η λέξη χαλβά προέρχεται από την αραβική λέξη hulw, που σημαίνει γλυκό. Αναφορές για παρασκευή χαλβά στην Ελλάδα, υπάρχουν από τα τέλη του 12ου αιώνα. Δημοφιλέστεροι στη χώρα μας είναι ο σησαμένιος (του μπακάλη), ο φαρσαλινός (σαπουνέ), και ο κετέν χαλβάς (με τις ίνες) και ο σιμιγδαλένιος. Στις πατρίδες της Ανατολής, οι Ελληνίδες νοικοκυρές, έφτιαχναν χαλβά σε κάθε χαρούμενη αναγγελία ή άλλη συγκυρία. Επρόκειτο και για λύση σχετικά οικονομική, με λίγα υλικά που διατηρούνταν για αρκετές μέρες ανεξαρτήτως θερμοκρασίας περιβάλλοντος. Η κάθε περιοχή και η κάθε νοικοκυρά, προσέθετε ή αφαιρούσε κάτι απ’ τα υλικά, αναλόγως και των προτιμήσεων της οικογένειας, έτσι υπάρχει ποικιλία στη διακόσμηση ή/και στις γεύσεις με πρόσθαφαίρεση ξηρών καρπών και αρωματικών/μπαχαρικών. Βασικό γλυκό βέβαια και στις νηστείες, καθώς η συνταγή, είναι κατά κανόνα νηστίσιμη.

ΣΜΥΡΝΑΙΪΚΑ ΦΑΓΗΤΑ
Η σμυρνέικη κουζίνα αναφέρεται στην κουλτούρα και τη γαστρονομία που αναπτύχθηκε στην πόλη της Σμύρνης. Η περίοδος στην οποία αναφερόμαστε όταν μιλάμε για σμυρναίικη κουζίνα ξεκινάει περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι την Καταστροφή. Γύρω στο 1850, η Σμύρνη εκθρονίζει την Κωνσταντινούπολη, παίρνοντας τα πρωτεία του εξωτερικού εμπορίου της Τουρκίας. Μαζί με το εμπόριο ανθούν τα γράμματα και όλες οι εκφάνσεις του πολιτισμού: σχολεία, νοσοκομεία, θέατρα, εφημερίδες και περιοδικά, ιδρύματα. Μία από αυτές, στοιχείο δομικό στη ζωή των Σμυρνιών, η κουζίνα.

Η σμυρνέικη κουζίνα έχει επιρροές από διάφορες κουζίνες, καθώς η πόλη αποτελούσε έναν σημαντικό πολιτιστικό κόμβο και είχε πολυπολιτισμική κοινότητα. Συγκεκριμένα η σμυρναϊκή κουζίνα επηρεάστηκε από την αιγαιοπελαγίτικη, την ευρωπαϊκή και την τουρκική κουζίνα

Tα υλικά που χρησιμοποιούνταν στη σμυρνέικη κουζίνα είναι ποικιλόμορφα και πολύγευστα. Μερικά από τα βασικά υλικά που χρησιμοποιούνταν σε πολλά σμυρνέικα πιάτα:
Κρέας (αρνί, μοσχάρι και κοτόπουλο )
Ελαιόλαδο
Ψάρια και Θαλασσινά
Φρέσκα Λαχανικά και Φυτά (Λάχανα, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, κρεμμύδια και αρκετά αρωματικά βότανα, όπως μαϊντανός και φασκόμηλο )
Κόκκινο Κρασί
Ξηροί Καρποί και Σπόροι (όπως αμύγδαλα και φιστίκια, καθώς και σπόροι όπως σουσάμι και σκόρδο)
Μπαχαρικά (κύμινο, κιμάνι, πιπέρι και κανέλα)
Μοσχάρι γιουβέτσι με κασέρι
Το γιουβέτσι είναι ένα αστικό φαγητό, που στη Σμύρνη φτιαχνόταν κυρίως με αρνί.Συχνά το μαγείρευαν και με όρνιθα, προσθέτοντας και εποχικά μποστανικά, όπως μελιτζάνες, φασολάκια και κολοκύθια, καθώς και αρκετό ελαιόλαδο.

Σκορδομακαρονάδα




