Η Σμύρνη, μητρόπολη του Μικρασιατικού Ελληνισμού, η ιωνική πρωτεύουσα του μύθου και του ονείρου, ήταν μια πόλη που αγκάλιαζε όλες τις θρησκείες, αλλά παράλληλα ήταν η κοιτίδα της χριστιανικής πίστης για δύο σχεδόν χιλιετίες.
«Να και το κάτασπρο καμπαναριό της Άγια-Φωτεινής, που θαρρείς πως δίνει
διαταγές στους πέρα μιναρέδες, και στον Πύργο του Κονακιού με το Ρολόι»91
που ήταν «[…] το ψηλότερο χτίριο της πολιτείας, τριάντα τρία μέτρα, όσα και
τα χρόνια του Χριστού. Τις μεγάλες καμπάνες του – η πιο μεγάλη, λέγανε, είτανε
δώρο του τσάρου της Ρωσίας – σαν τις σημαίνανε, δεν τις τραβούσανε με σκοινί,
κρεμάζονταν απ΄το χαλκά που είχε το γλωσσίδι της καμπάνας, και λέμπανε σα
να κουνιόντουσαν σε κούνια. Βούιζε η πολιτεία ολάκερη, και σα σταματούσανε
το βουητό παρέμενε για ώρα στον αέρα
Η Σμύρνη και συγκεκριμένα ο Κάτω Μαχαλάς, προ της καταστροφής της το
1922, είχε 16 ορθόδοξους ναούς με σημαντικότερο το μεγάλο μητροπολιτικό
ναό της Αγίας Φωτεινής, που το μεγαλοπρεπές και εξαίρετης τέχνης μαρμάρινο
κωδωνοστάσιο συμπλήρωνε τη μεγαλοπρέπειά της. Ο ναός κτίσθηκε τον 17ο
αιώνα και μέχρι το 1922 καταστράφηκε από διάφορες αιτίες και ανοικοδομήθηκε αρκετές φορές. Η Αγία Φωτεινή αποτελούσε τον κατεξοχήν σμυρναίικο
ναό, όπου τελούνταν στη μικρή περίοδο της απελευθέρωσης όλες οι επίσημες
λειτουργίες και εθνικές τελετές. Τόσο η εκκλησία όσο και το κωδωνοστάσιο
ανατινάχθηκαν με δυναμίτιδα από τους Τούρκους μετά την καταστροφή.
Άλλοι ναοί ήταν του Αγ. Γεωργίου, κοντά στη μητρόπολη, η Κοίμηση της
Θεοτόκου, στη συνοικία Φασουλά, ο ναός του ορφανοτροφείου Σμύρνης,
όπου εκκλησιαζόταν η αριστοκρατία, ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγ. Ιωάννου
του Προδρόμου, στα Σχοινάδικα, οι ναοί Αγ. Αικατερίνης, Αγ. Τρύφωνα, Αγ.
Χαραλάμπους και Ευαγγελιστρίας, (στην ελληνική συνοικία), ο ναός του Αγ.
Νικολάου στην αρμενοσυνοικία, του Αγ. Βουκόλου, στο σταθμό Κασαμπά. Απ΄
όλους τους παραπάνω ναούς οι μόνοι που υφίστανται σήμερα είναι ο Άγιος
Βουκόλος (Άι-Βούκλας) και ο Τίμιος Πρόδρομος της Λυγαριάς, χωρίς στέγη.
Στην Σμύρνη, στο σταυροδρόμι εθνικοτήτων και πολιτισμών, οι πιστοί όλων
των θρησκειών και των δογμάτων είχαν τους δικούς τους ναούς, για να τελούν
απρόσκοπτα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. Υπήρχαν τζαμιά για τους Μουσουλμάνους, συναγωγές για τους Εβραίους, εκκλησίες για τους Αρμενίους,
τους Καθολικούς και τους Προτεστάντες.
Σε όλο τον κορμό της Μικράς Ασίας η χριστιανική θρησκεία, με τις γιορτές
και τους ναούς της, αποτελούσε παράγοντα συσπείρωσης των ομοθρήσκων και
διαρκή και ζώσα υπενθύμιση της ελληνικής καταγωγής. Προπάντων ήταν το
βασικό κριτήριο διαφοροποίησης από τον αλλόπιστο συντοπίτη. Είναι βέβαιο,
επίσης, ότι η εκκλησία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εκπαίδευση των χριστιανοπαίδων.
Οι Μικρασιάτες ήταν άνθρωποι που για την ανέγερση και τον καλλωπισμό
των ναών τους δε φείδονταν χρημάτων. Σε κάθε πόλη και οικισμό, όπου ζούσαν
χριστιανοί υπήρχαν ναοί και ιερείς που τελούσαν τελετές και λειτουργίες. Στο
Μίστι της Καππαδοκίας είχε ανεγερθεί ο μεγαλύτερος ναός της Ανατολής, στην
Αττάλεια, στο Αϊβαλί, στα Βουρλά, υπήρχαν ονομαστοί οι ναοί αφιερωμένοι
στη Θεοτόκο.
«[…] Πολλά ρημοκκλήσια βρίσκουνται χτισμένα απάνου στα μικρά βουνά και
κοντά στη θάλασσα. Ευωδιάζουνε καθαρά κι ασπρισμένα. Οι γυναίκες κ’ οι άνδρες τα διατηρούνε, τα στολίζουνε με μυρσίνες, με δάφνες και με αβαγιανούς. Την
Άγια Τράπεζα τη στρώνουνε με κεντημένα τραπεζομάντιλα, αρχαίο σχέδιο, βάζουνε και κουρτίνες στου τέμπλου τα κονίσματα. Στο κόνισμα της Παναγιάς και
στους άλλους άγιους κρεμάζουνε τάματα, ανθρωπάκια, μάτια, χέρια, ποδάρια,
πρόβατα, καΐκια κι άλλα πολλά. Απ’ όξω απ’ αυτά τα ρημοκκλήσια έχουνε πάντα ένα χαγιάτι για να’ αποσκιάζει, κι από κει βλέπεις τη θάλασσα, τους κάβους
και τα βουνά. Άμα τελειώσει η Λειτουργία, εκεί πέρα κάθουνται και πίνουνε τον
καφέ, κ’ ύστερα τρώνε ψάρια και θαλασσινά. Τα κορίτσια κάνουνε κούνιες στα
δέντρα και τραγουδάνε τούτο το πρωτινό το τραγούδι, που ΄ναι σαν τις ζωγραφιές της εκκλησιάς: Θέλω ν’ ανέβω στα ψηλά, στ’ Αγιού Γιαννιού το δώμα…»
Η εκκλησιαστική τέχνη αποτελεί κορυφαία έκφραση του μικρασιατικού πολιτισμού. Ναοί, αγιογραφίες, εικόνες, άμφια και αντικείμενα εκκλησιαστικής
και λατρευτικής χρήσης δείχνουν με τον καλύτερο τρόπο τη συνέχεια της πολιτιστικής κληρονομιάς του Βυζαντίου.
Ο Πολίτης στο μυθιστόρημά του μας αφηγείται την ιστορία για το πανέμορφο,
ξυλόγλυπτο τέμπλο της Αγίας Αικατερίνης. «Το ζήτημα είτανε για το τέμπλο της
εκκλησίας, το εικονοστάσι, που όμοιό του δεν υπήρχε σ’ ολάκερη την πολιτεία. […]
– Αυτό το τέμπλο μπορεί και να ‘ναι διακόσω και τρακόσω χρονώ. […] Όλα τα
ήμερα πουλιά του κόσμου είναι σκαλισμένα εκεί πάνω […], όλη η πλάση βρίσκεται εκεί πάνω σκαλισμένη, λες, κι από το χέρι του Θεού. Μια δεύτερη δημιουργία
[…] Και όλα τα πουλιά κελαηδάνε ανάμεσα σε φυλλωσιές και φρούτα…[…] Χάιδεψες το ξύλο του; Είναι απαλό σα μάγουλο κοπέλας…»
Αυτό το τέμπλο, ένα θαύμα από το συνταίριασμα της έμπνευσης του καλλιτέχνη και της πίστης εκείνων που επωμίσθηκαν το κόστος, «οι έφοροι θέλανε να
το χαλάσουνε και να χτίσουνε καινούργιο, με κολόνες από πράσινο μάρμαρο[…]
– Ένας αντικέρης παίρνει απάνω του να ξηλώσει το τέμπλο και να κουβαλήσει
τη σαβούρα, όπως την είπε, ούλα τζάμπα, έτσι για την ψυχή του…
– Βρε τον αθεόφοβο! Τον έκοψε ο παπα-Νικόλας. Αντικέρης είπες; Μεγάλη
κομπίνα! Θα βγάλουνε δεκάδες χιλιάδες λίρες. Θα φευγατίσουνε το τέμπλο στην
Ευρώπη! Θα τους καταγγείλω!»
Η ιστορία των χριστιανικών ναών της Μικρας Ασίας, συμπορεύτηκε με την
ιστορία του ελληνισμού. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα θρησκευτικά κειμήλια και τα πολύτιμα ιερά σκεύη, τα χρυσοκέντητα άμφια, οι εικόνες και τα
αφιερώματα των πιστών χάθηκαν από τις λεηλασίες και τις καταστροφές, χωρίς
να δοθεί το περιθώριο σε κανένα παπα- Νικόλα, να τα υπερασπισθεί.
Στο νου μου έρχεται μια άλλη τύχη που είχαν εκκλησιαστικοί θησαυροί. Σχετίζεται με την αναγκαστική Έξοδο των χριστιανών από την Ισπάρτα της Πισιδίας στη Σμύρνη μέσω Αϊδινίου, τον Οκτώβριο του 1922.
«Εφτακόσια χιλιόμετρα χώριζαν την Ισπάρτη από τη Σμύρνη!
Από τις πλαγιές του Ταύρου ως τα ανατολικά παράλια του Αιγαίου μεσολαβούσαν βουνά, λαγκάδια, πεδιάδες, δάση, ποτάμια! Απλώνονταν τόποι που είχαν
ερημώσει από τον πόλεμο, γη που είχε στοιχειώσει από τη φωτιά και το θάνατο,
κακοτοπιές και μέρη δύσβατα! Πώς θα μπορούσαν να πορευτούν τα γυναικόπαιδα και οι γέροι;
Ο στόχος ήταν φανερός. Ο Κεμάλ ήθελε να αφανίσει και το σπόρο και το χωράφι! Στη νέα Τουρκία δε χωρούσαν οι μειονότητες …
Ο Παπαϊωακείμ95 δεν το έβαλε κάτω! Ύψωσε το ανάστημα, επιστράτευσε όσα
μέσα μπορούσε! Φώναξε, διαπραγματεύτηκε, παζάρεψε, επέμενε, αντιπρότεινε!
Έδωσε για αντάλλαγμα το χρυσάφι των εκκλησιών96 και πέτυχε το λιγότερο κακό.
Να αναχωρήσουν στις 14 Οκτωβρίου 1922 μέσω Αττάλειας και να επιβιβαστούν σε πλοία με προορισμό την Ελλάδα!
Από το Οροπέδιο του Ταύρου ως το λιμάνι της Αττάλειας! Εκατό χιλιόμετρα
δρόμος και τα κύματα της θάλασσας!‥»
Δυστυχώς ελάχιστους θησαυρούς διέσωσαν κι έφεραν στη νέα πατρίδα οι
Πρόσφυγες από την Ισπάρτα, κι από τις άλλες μικρασιάτικες πατρίδες, όπου
είχαν γεννηθεί και είχαν στρώσει τη ζωή τους.
Τα ερείπια των κατεστραμμένων εκκλησιών, οι σπηλαιώδεις ναοί της Καππαδοκίας, με τις υπέροχες τοιχογραφίες τους παρέμειναν βουβοί μάρτυρες ενός πολιτισμού, τουριστικοί προορισμοί, σεπτά προσκυνήματα και απομεινάρια
μιας άλλης εποχής, μονάχα ίχνη και σκιά της χαμένης πατρίδας.
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ της Ελματζόγλου Ειρήνης
Από τη Μικρά Ασία, δεν επέζησαν πολλά αντικείμενα της οικογένειας, εκτός από διάφορες πολύχρωμες ξύλινες κουτάλες, μία αγιογραφία του Αγίου Χαραλάμπους και η φωτογραφία των γονιών της προγιαγιάς μου. Όλα τα παραπάνω βρίσκονται στο πατρικό σπίτι του πατέρα μου.
Η αγιογραφία του Αγίου Χαραλάμπους:
Η αγιογραφία του Αγίου Χαραλάμπους, υπολογίζεται ότι την απέκτησε η οικογένεια του προπάππου μου κατά τον 19ο ή τον 18ο αιώνα. Είναι ξύλινη με ασημένιες λεπτομέρειες , πιθανόν ρωσικής τεχνοτροπίας. Ο Άγιος Χαράλαμπος φαίνεται πώς ήταν ο προστάτης της οικογένειας του προπάππου μου, αφού ο ίδιος ο Άγιος είχε ζήσει και μεγαλώσει στη Μικρά Ασία και ο προπάππους μου είχε πάρει το όνομα του Αγίου. Για αυτό τον λόγο, πιθανόν η αγιογραφία ήταν σαν φυλαχτό και κειμήλιο και παρά τις δυσκολίες έκαναν τα πάντα για να τη φέρουν μαζί τους στην Ελλάδα.


