Η ελιά και το λάδι αποτελούσαν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής στην Ελλάδα από τα αρχαία ακόμα χρόνια. Πράγματι, θα μπορούσε κανείς εύλογα να ισχυριστεί ότι ολόκληρος ο ελληνικός πολιτισμός ιδρύθηκε πάνω στους κλάδους αυτού του ταπεινού δέντρου. Η ελιά ήταν ένα μέρος όλων των τελετουργιών στην αρχαία Ελλάδα. Το ελαιόλαδο έπεφτε στο έδαφος ως θυσία στους Θεούς και ένα κλαδί ελιάς χρησιμοποιούνταν ως σύμβολο της ειρήνης κάθε φορά που οι Έλληνες είχαν εκεχειρία με τους εχθρούς τους. Επίσης, ήταν το βραβείο σε οποιονδήποτε αθλητή ήταν στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο θεός Ποσειδώνας αγωνίστηκε με την θεά Αθηνά για να παραδώσει το πιο χρήσιμο δώρο στην ανθρωπότητα. Ο Ποσειδώνας έδωσε ένα άλογο πολέμου ενώ η Αθηνά απέδωσε μια ελιά στην πόλη, της οποίας ο καρπός ήταν τροφή και του οποίου το λάδι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τροφή, φάρμακο, ως αλοιφή και ως καύσιμο.
Η ευλογημένη ελιά ήταν πάντα η βάση της διατροφής μας και η βάση της Μεσογειακής διατροφής. Το λάδι της ελιάς εκτός από την θρεπτικότητα πού παρέχει στην υγεία μας, είναι και το πιο απαραίτητο στοιχείο για τον εγκέφαλό μας.
Η ελιά ήταν παρούσα και στην τέχνη εκείνης της εποχής. Απεικονίζεται σε τοιχογραφίες, αλλά και σε άλλα είδη τέχνης.
Σύμφωνα με τη θρησκευτική μας παράδοση, το βράδυ, που γεννήθηκε ο Ιησούς Χριστός έκανε πολύ κρύο. Η σπηλιά ήταν κρύα και η Παναγία δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε ο Ιωσήφ σκέφτηκε να ανάψει φωτιά για να ζεσταθούν λίγο, μα δεν έβρισκε πουθενά ξύλα…
Παίρνει λίγα άχυρα από τη φάτνη και ανάβει φωτιά. Όμως, ύστερα από λίγο τα άχυρα έσβησαν. Η σπηλιά ξαναπάγωσε. Βρήκε πάλι ο Ιωσήφ ένα ξερό κλαδί. Ήταν δεντρολίβανο. Το άναψε, μα η φωτιά κράτησε λίγο και η παγωνιά δυνάμωσε.
Τότε, ο Ιωσήφ άκουσε μέσα από το σακουλάκι του που είχε μια χούφτα ελιές, φωνές που του έλεγαν: Πήγαινε Ιωσήφ στη μάνα μας την ελιά, πάνω απ’ τη σπηλιά και πες της πως κινδυνεύει ο Χριστός.
Ο Ιωσήφ πήγε στην ελιά και εκείνη άρχισε να σπάει κομμάτια ξύλου από το γέρικο κορμό της και να τα σπρώχνει προς την είσοδο της σπηλιάς. Όλη τη νύχτα έκαιγε η φωτιά και η ζεστασιά απλώθηκε γύρω από τον νεογέννητο Χριστό…
Το πρωί το δέντρο δεν υπήρχε παρά μόνο ένα κούτσουρο ρίζας. Όταν το είδε η Παναγία δάκρυσε, έσκυψε, το χάιδεψε και είπε: «Την ευχή μου να ‘χεις και να μην ξεραίνεσαι ποτέ. Το λάδι σου να τρέφει και να φωτίζει τους ανθρώπους… Το βράδυ να φωτίζει το καντήλι του Χριστού.»
Έτσι και έγινε. Μέχρι το βράδυ ξανάγινε μεγάλη όπως ήταν πριν. Από τότε η ελιά δεν γερνά. Ξεραίνεται, μα από τις ρίζες της ξαναβλασταίνει και ξανανιώνει.
Ευστράτιος Μπουχλής
Θανάσης Πίτατζης
Ευστράτιος Κουζινόγλου
Θεοδώρα Κουγιουμτζή
Γ Γυμνασίου
