«Να είμαστε παρόντες στη ζωή»

Μια συζήτηση για τις αξίες, τη δημιουργία και την αντίσταση στον θάνατο

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το απόσταγμα μιας ιδιαίτερα ουσιαστικής και συγκινητικής συζήτησης ανάμεσα σε μια παρέα μαθητών της Γ΄ Γυμνασίου και τον καθηγητή τους, ο οποίος, μέσα από το βιβλίο του «Τι πραγματικά αξίζει», καταθέτει σκέψεις ζωής ως παρακαταθήκη για τον μικρό του γιο του και τη νέα γενιά. Αντιμέτωπος με μια σοβαρή ασθένεια που απειλεί τη ζωή του, μιλά με ειλικρίνεια και απλότητα για όσα θεωρεί θεμέλια της ανθρώπινης ύπαρξης.

 Ο κύριος Μπρούζος στο βιβλίο του αναφέρεται σε αξίες, όπως η σύνδεση, το μοίρασμα, η μάθηση, η δημιουργία, η αποδοχή και η απόλαυση. Όπως εξηγεί, η σύνδεση δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς μοίρασμα. Οι ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται όταν μοιραζόμαστε χρόνο, εμπειρίες, συναισθήματα και σκέψεις. Η φιλία, για παράδειγμα, δεν είναι απλώς συνύπαρξη, αλλά κοινό βίωμα.

Η μάθηση και η δημιουργία είναι, κατά τη γνώμη του, άρρηκτα δεμένες. Ακόμη και η πιο απλή μαθησιακή διαδικασία κρύβει δημιουργικότητα, αφού ο καθένας μαθαίνει με τον δικό του τρόπο. Η δημιουργία, όμως, απαιτεί και κόπο. Χωρίς την «αγγαρεία», όπως οι επαναληπτικές ασκήσεις στη μουσική, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία και έκφραση.

Αναφερόμενος στη νέα γενιά και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, επισημαίνει έναν σημαντικό κίνδυνο: να πάψουμε να δημιουργούμε οι ίδιοι. Όταν κάτι το φτιάχνουμε με τα χέρια και το μυαλό μας, το καταλαβαίνουμε βαθύτερα και το απολαμβάνουμε περισσότερο. Όπως συμβαίνει με το θέατρο, τη μουσική, το διάβασμα ή ακόμα και το μαγείρεμα, εκείνοι που δημιουργούν είναι και αυτοί που χαίρονται περισσότερο το αποτέλεσμα. «Η δημιουργία, Στέλιο μου», γράφει στον γιο του στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, «είναι γράμματα σε ένα μπουκάλι που αφήνουμε στην απέραντη θάλασσα του κόσμου, σαν ναυαγοί, όταν θα έχουμε φύγει. Κουβαλάει ζωή μέσα στον θάνατο».

Ιδιαίτερη σημασία δίνει ο συγγραφέας στην αποδοχή. Μεγαλώνοντας, καταλαβαίνουμε πως δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα ούτε να ξεπερνάμε κάθε όριο. Η αποδοχή των δυνατοτήτων και των περιορισμών μας δεν είναι ήττα, αλλά τρόπος να ζούμε πιο αληθινά και πιο συμφιλιωμένοι με τον εαυτό μας.

Η απόλαυση, όπως τονίζει, δεν βρίσκεται στην υπερβολή αλλά στην παρουσία. Να είμαστε πραγματικά εκεί τη στιγμή που ζούμε κάτι: σε μια συζήτηση, σε μια βόλτα, σε μια συναυλία. Δεν είναι όλες οι στιγμές της ζωής ευχάριστες· γι’ αυτό, όσες είναι αξίζουν την πλήρη προσοχή μας.

Για τον έρωτα, που θεωρεί από τα πιο δύσκολα κεφάλαια του βιβλίου, μιλά με ειλικρίνεια. Παραδέχεται τις δικές του ανασφάλειες στην εφηβεία και τονίζει πως όλοι είναι ερωτεύσιμοι, όπως κι αν είναι. Ο έρωτας μπορεί να φέρει πόνο, αλλά αξίζει, γιατί μέσα από αυτόν μαθαίνουμε τον εαυτό μας.

Ιδιαίτερη στιγμή της συζήτησής μας αποτελεί η αναφορά στο γράμμα για την αντίσταση στον θάνατο. Μέσα από την εμπειρία της ασθένειάς του, μας εξήγησε πως ο θάνατος είναι αναπόφευκτος, αλλά μπορούμε να του αντιστεκόμαστε με τη ζωή που επιλέγουμε: με τη δημιουργία, τη φροντίδα του εαυτού μας, τη γραφή και την αγάπη. Το ίδιο το βιβλίο αποτελεί για εκείνον μια πράξη αντίστασης∙ ένας τρόπος να πει ότι είναι ακόμα ζωντανός∙ έστω και αν δεν μπορεί να μιλήσει, μπορεί να γράψει αυτό το βιβλίο.

Ως δάσκαλος, βλέπει πρώτα τον εαυτό του ως μαθητή. Πιστεύει ότι η διδασκαλία απαιτεί συνεχή ανανέωση, μάθηση και σύνδεση με τους μαθητές, καθώς κάθε τάξη και κάθε χρονιά είναι διαφορετική. Γι’ αυτό και εξηγεί γιατί άφησε μια πανεπιστημιακή καριέρα στο εξωτερικό και μια καλοπληρωμένη δουλειά ερευνητή για το ελληνικό δημόσιο σχολείο: η απόφασή του βασίστηκε στο συναίσθημα και στην ανάγκη για ανθρώπινη επαφή. Η έρευνα, όπως λέει, έχει μοναξιά· η σχολική τάξη έχει ζωή.

Και τελικά, αυτό που αξίζει περισσότερο στη ζωή είναι η ανθρώπινη σύνδεση: το μοίρασμα, η φιλία, η οικογένεια, ο έρωτας, η σχέση μεταξύ μαθητών και δασκάλου, η σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε κοινότητες.

Το μήνυμά του δασκάλου μας προς τους νέους είναι ξεκάθαρο: να μη γίνουν παθητικοί θεατές, να μην αφήσουν τα πάντα στα «μηχανήματα», αλλά να συνεχίσουν να δημιουργούν, ακόμη και με λάθη. Γιατί αυτό είναι τελικά που κάνει τη ζωή ανθρώπινη. Κλείνοντας το βιογραφικό του σημείωμα στο βιβλίο, ο κύριος Μπρούζος τονίζει την επιθυμία του: «Θέλω κάθε χνάρι που αφήνει η ύπαρξή μου στη Γη να φωτίζει ό,τι αξίζει στη ζωή. Να έχει η Ζωή πάντα τη τελευταία λέξη.»

Για εμάς τους μαθητές, η συζήτηση αυτή δεν ήταν απλώς μια τυπική συνέντευξη ενός συγγραφέα, αλλά μια εμπειρία που μας έκανε να σκεφτούμε διαφορετικά τι σημαίνει να ζούμε, να μαθαίνουμε και να είμαστε παρόντες στη ζωή∙ να εκτιμούμε την κάθε στιγμή όπως της αρμόζει.

Στη δημοσιογραφική ομάδα συμμετείχαν οι μαθητές:

Αθανασία Βαλιού, Ελευθερία Ευαγγελίδου, Νικόλας Θαλασσοχώρης, Άγγελος Θεοχαρόπουλος, Ορέστης Ισμαϊλάι, Βασίλης Κολλίντζας, Μάριος Κορίζης, Ιωάννα Κορκονικήτα, Χρυσούλα Κουλουμπή, Χριστίνα Φλογέρα

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης