Η ιδέα του σκηνοθέτη να εστιάσει τη διασκευή του, όχι στο περιεχόμενο (με κάποια επικαιροποίηση, για παράδειγμα), αλλά στη φόρμα, κι έτσι δημιούργησε μια παράσταση που στηρίζεται εξ ολοκλήρου στο παιχνίδι του θεάτρου και στο πρωταρχικό υλικό του, τον ηθοποιό. Οι δεκαέξι ρόλοι του τελικού κειμένου (ξεπεσμένοι ευγενείς, πανδοχείς, δικαστές, νεαρές κοπέλες, ποιητές, στρατιώτες, γέροι και γριές) ερμηνεύονται από τις έξι ηθοποιούς, που καταργούν φύλα και ηλικίες.
Ντυμένες στα μαύρα κοστούμια της Βάνας Γιαννούλα, που με περιπαιχτικό τρόπο χαρακτηρίζουν κάθε ήρωα, μεταμορφώνονται βάζοντας και βγάζοντας αξεσουάρ, χρησιμοποιούν τη δύναμη της σωματικότητας, εκμεταλλεύονται την υπερβολή και την τυποποίηση στην ερμηνεία, τραγουδάνε (η μουσική είναι του Θοδωρή Οικονόμου), ερμηνεύουν τα δραματικά πρόσωπα και σχολιάζουν τον κόσμο του έργου, και μέσω αυτού τον δικό μας· βρίσκονται έτσι σε ένα μεταίχμιο μεταξύ αλήθειας και ψέματος, σε ένα συνεχές μπες-βγες στη θεατρική συνθήκη. Το αποτέλεσμα είναι ευφρόσυνο και έχει μια «παιδική» ελαφρότητα, γι’ αυτό απαιτεί θεατές πρόθυμους να δουν την αλήθεια που κρύβει ένα θέαμα όπου όλα δείχνουν ψεύτικα.
Μ.Δ
