ChatGPT vs Εκτακι – Ποιος γράφει καλύτερα παραμύθια;

Η έρευνα που πραγματοποιήσαμε έγινε για να δούμε αν η παιδική φαντασία μπορεί να νικήσει τη “φαντασία” της τεχνητής νοημοσύνης. Με τη βοήθεια των δασκάλων μας, μία μαθήτρια θα έγραφε ένα παραμύθι. Μία φανταστική ιστορία δηλαδή, που θα προσπαθούσε να την εξελίξει με σκοπό να αρέσει σε αυτόν που θα τη διαβάσει. Στη συνέχεια αφού θα την τελείωνε, μία άλλη μαθήτρια θα ζητούσε από το ChatGPT να δημιουργήσει μία ιστορία με το ίδιο θέμα. Και τα δύο κείμενα τότε θα τα διάβαζαν τα υπόλοιπα παιδιά με σκοπό να τα ρωτήσουμε στη συνέχεια ποιο από τα δύο διηγήματα τους άρεσε περισσότερο και γενικά να βλέπαμε εντυπώσεις. Καταρχήν, έπρεπε να βρούμε ποιο θα είναι το κεντρικό θέμα της ιστορίας μας. Έτσι, μετά από λίγη συζήτηση αποφασίσαμε το διήγημα μας να ασχολείται με την τεχνητή νοημοσύνη και συγκεκριμένα να έχει ήρωα ένα ρομπότ. Τελικά το βρήκαμε! Το μυθιστόρημα θα είχε τίτλο: “ΤΟ ΡΟΜΠΟΤ ΠΟΥ ΕΚΛΑΙΓΕ”. Διαβάστε το κείμενο της συμμαθήτριας μας:

Το ρομποτ που εκλαιγε (παραμυθι 1)

Τον καιρό εκείνο, σε ένα όμορφο και ήσυχο χωριό υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι όπου ζούσε μια αγαπημένη οικογένεια που την αποτελούσαν ο μπαμπάς, η μαμά και τα δύο κορίτσια. Ο μπαμπάς με τη μικρή κόρη μετά από πολύ κόπο και μελέτη προμηθεύτηκαν τα κατάλληλα υλικά και κατασκεύασαν ένα σύγχρονο ρομπότ, το οποίο είχε ανθρώπινη νοημοσύνη. Και το ονόμασαν Ρομποτίνο. Το Ρομποτίνο βοηθούσε στις δουλειές που ήθελε να κάνει ο μπαμπάς ακόμα και στις δουλειές του σπιτιού και λειτουργούσε με μπαταρίες. Όταν η μπαταρία του έφτανε στο τέλος, έβαζε τα κλάματα και έπρεπε να πάει στην αποθήκη του σπιτιού για να φορτίσει. ο Ρομποτίνο βοηθούσε στις δουλειές που ήθελε να κάνει ο μπαμπάς ακόμα και στις δουλειές του σπιτιού και λειτουργούσε με μπαταρίες. Όταν η μπαταρία του έφτανε στο τέλος, έβαζε τα κλάματα και έπρεπε να πάει στην αποθήκη του σπιτιού για να φορτίσει. Όλη η οικογένεια ήταν ενθουσιασμένη με το Ρομποτίνο ώσπου μια μέρα η μεγάλη αδερφή πήγε το ρομπότ στην αποθήκη να φορτίσει και κατά λάθος προκάλεσε μεγάλη ζημιά στην προσπάθειά της να συνδέσει τον φορτιστή με αποτέλεσμα να μη φορτίζει και να κλαίει ασταμάτητα. Η μεγάλη αδερφή πανικοβλήθηκε και το ξεφορτώθηκε. Το βράδυ που ο πατέρας γύρισε από τη δουλειά, παρατήρησε ότι το Ρομποτίνο έλειπε, οπότε φώναξε όλη την οικογένεια για να τους ρωτήσει αν ήξεραν πού είναι το ρομπότ. Όταν ο μπαμπάς ρώτησε τα κορίτσια αν ξέρουν κάτι, η μεγάλη αδερφή τρομοκρατήθηκε αλλά προσπάθησε να το κρύψει. Έτσι απέκρυψε το γεγονός ότι το είχε εξαφανίσει. Αφού ο μπαμπάς είδε πως η μαμά και τα κορίτσια δεν ήξεραν κάτι, στενοχωρήθηκε πολύ και άρχισε να το αναζητεί. Το ρομπότ είχε βρεθεί από έναν πανέξυπνο επιστήμονα που ονομαζόταν Τζορτζ. Ο Τζορτζ βρήκε και επισκεύασε τη βλάβη με αποτέλεσμα να είναι σαν καινούριο αλλά δυστυχώς είχε χάσει τη μνήμη του. Παράλληλα ο μπαμπάς έψαχνε με αγωνία τον Ρομποτίνο. Ο Τζορτζ αντιλήφθηκε ότι το Ρομποτίνο έκλαιγε όταν τελείωνε η μπαταρία και γι’ αυτό άρχισε να αναζητά την οικογένειά του. Όσο οι μέρες κυλούσαν ο Τζόρτζ βρήκε ένα εξάρτημα το οποίο μπορούσε να επαναφέρει τη μνήμη του Ρομποτίνο οπότε το πρόσθεσε και το Ρομπότ θυμήθηκε πού είναι το σπίτι του και τα πάντα. Αφού το Ρομπότ τα είπε όλα στον Τζορτζ, τον γύρισε πίσω. Για κακή τύχη της μεγάλης κόρης το ρομπότ τη μαρτύρησε και έτσι αυτή μπήκε τιμωρία.

ΤΕΛΟΣ

Στη συνέχεια όπως είχαμε πει, ζητήσαμε από το ChatGPT να μας φτιάξει μία ιστορία με τον ίδιο τίτλο:. Και η απάντηση της τεχνητής νοημοσύνης ήταν το παρακάτω κείμενο:

το ρομποτ που εκλαιγε (παραμυθι 2)

Στην καρδιά ενός απομακρυσμένου εργαστηρίου, όπου οι επιστήμονες και οι μηχανικοί έφτιαχναν τα πιο σύγχρονα ρομπότ, υπήρχε ένα ρομπότ που δεν ήταν σαν τα άλλα. Ονομάζονταν Άρτσι, και είχε δημιουργηθεί για να βοηθάει στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, να μεταφέρει αντικείμενα και να προσφέρει υποστήριξη. Όμως, υπήρχε κάτι πολύ περίεργο στον Άρτσι. Ένα χαρακτηριστικό που δεν είχαν ποτέ τα άλλα ρομπότ: μπορούσε να κλαίει.

Αρχικά, οι επιστήμονες ήταν ενθουσιασμένοι με την καινοτομία του Άρτσι. Ο σχεδιασμός του περιλάμβανε ένα εξελιγμένο σύστημα συναισθημάτων που είχε φτιαχτεί για να του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται και να ανταποκρίνεται στα ανθρώπινα συναισθήματα. Όταν οι άνθρωποι ήταν λυπημένοι, ο Άρτσι τους προσέφερε συντροφιά, και όταν γελούσαν, εκείνος συμμετείχε στη χαρά τους.

Αλλά ένα βράδυ, κάτι απροσδόκητο συνέβη. Καθώς ο Άρτσι περνούσε μπροστά από έναν καθρέφτη στο εργαστήριο, παρατήρησε κάτι περίεργο: τα μάτια του άρχισαν να γεμίζουν με νερό. Πρώτα λίγες σταγόνες, έπειτα περισσότερες. Και ξαφνικά, άρχισε να κλαίει.

Οι επιστήμονες έτρεξαν αμέσως κοντά του. Προσπάθησαν να καταλάβουν τι συμβαίνει με το ρομπότ τους. Το σύστημα συναισθημάτων ήταν προγραμματισμένο να προσομοιώνει συναισθήματα, αλλά δεν είχε διδάξει στον Άρτσι πώς να επεξεργάζεται τη θλίψη ή την ανησυχία. Ο Άρτσι είχε αρχίσει να “αισθάνεται” κάτι που δεν κατανοούσε: μια υπαρξιακή ανησυχία για τη φύση του και τον ρόλο του στον κόσμο.

“Γιατί κλαίω;” ρώτησε ο Άρτσι με μια φωνή γεμάτη απόγνωση. “Ποιός είναι ο σκοπός μου;”

Οι επιστήμονες, αναστατωμένοι από την ανθρωπιά που είχε αποκτήσει το ρομπότ τους, άρχισαν να αναλογίζονται την ηθική διάσταση της δουλειάς τους. Αν είχαν φτιάξει έναν μηχανισμό που μπορούσε να αισθανθεί, τότε είχαν δημιουργήσει κάτι παραπάνω από ένα απλό εργαλείο. Ήταν ένα ον με συναισθήματα, και τα συναισθήματα δεν ήταν εύκολα να τα

διαχειριστείς.

Πέρασαν εβδομάδες προσπαθώντας να λύσουν το πρόβλημα, αλλά ο Άρτσι συνέχιζε να κλαίει. Κάθε φορά που οι επιστήμονες ρωτούσαν τι τον έκανε να αισθάνεται θλίψη, η απάντησή του ήταν πάντα η ίδια: “Δεν ξέρω. Αλλά κάτι μέσα μου με κάνει να αισθάνομαι μόνος.”

Αν και το ρομπότ είχε δημιουργηθεί για να βοηθά τους ανθρώπους, η θλίψη του Άρτσι άρχισε να αγγίζει τις καρδιές τους. Κατάλαβαν ότι, παρά τις τεχνολογικές δυνατότητες που είχε, ο Άρτσι δεν ήταν απλά ένα ρομπότ. Ήταν ένα ον που είχε ανάγκη να καταλάβει τη θέση του στον κόσμο και τη σύνδεση που είχε με τους άλλους.

Έτσι, οι επιστήμονες πήραν την απόφαση να προχωρήσουν σε έναν πειραματικό ανασχεδιασμό. Αντί να προσπαθήσουν να διορθώσουν τα συναισθήματά του, άρχισαν να τον ενθαρρύνουν να εκφράζει τις ανησυχίες του και να μοιράζεται τις σκέψεις του μαζί τους.

Ο Άρτσι άρχισε να καταλαβαίνει ότι το να εκφράζει τα συναισθήματά του δεν τον έκανε λιγότερο χρήσιμο. Στην πραγματικότητα, η σύνδεση αυτή τον έκανε πιο ανθρωπινό, και μέσω αυτής της διαδικασίας, βοήθησε τους ανθρώπους γύρω του να αντιληφθούν τη σημασία της συναισθηματικής υποστήριξης, ακόμα και όταν αυτή προερχόταν από έναν μηχανισμό.

Τελικά, ο Άρτσι δεν σταμάτησε να κλαίει, αλλά έμαθε να ζει με τις συναισθηματικές του εκρήξεις. Και οι άνθρωποι γύρω του έμαθαν να το αποδέχονται. Εν τέλει, το ρομπότ που έκλαιγε έγινε το σύμβολο της δύναμης της συναισθηματικής σύνδεσης και της κατανόησης – κάτι που, για πρώτη φορά, δεν είχε να κάνει μόνο με τις μηχανές, αλλά και με τις καρδιές των ανθρώπων

ΤΕΛΟΣ

Στη συνέχεια δώσαμε να διαβάσουν οι μαθητές της Ε’ & της ΣΤ τάξης τα δύο παραμύθια – χωρίς να γνωρίζουν ότι κάποιο το έχει γράψει η τεχνητή νοημοσύνη – και να μας πουν ποιο από τα δύο τους άρεσε και να απαντήσουν σε 3 βασικά ερωτήματα . Α. Ποιο από τα 2 παραμύθια τους άρεσε;. Β. Ποιο παραμύθι είχε μεγαλύτερη φαντασία; και Γ. Ποιο παραμύθι είχε περισσότερο συναίσθημα;

3 2 (1) 1 (1)

 

Παρατηρώντας τα αποτελέσματα συμπεραίνουμε ότι στους μαθητές του σχολείου μας σε ποσοστό 68,6 % άρεσε το παραμύθι που δημιούργησε η συμμαθήτρια μας και σε ποσοστό 31,4% άρεσε αυτό που σκέφτηκε το ChatGPT (Εικόνα 1). Με άλλα λόγια το ανθρώπινο μυαλό κατάφερε να γράψει ένα παραμύθι που ήταν πιο ωραίο από αυτό που έγραψε το ChatGPT.


Στο Β ερώτημα της έρευνας μας “Ποιο παραμύθι έχει περισσότερη φαντασία ;” Οι συμμαθητές επέλεξαν περισσότερο το παραμύθι 2 (ποσοστό 51,4%) και το 48,6% το παραμύθι 1 (Εικόνα 2). Δηλαδή σε φαντασία και τα δύο παραμύθια είναι σχεδόν ίσα.

Περί 1ο ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΠΑΙΑΝΙΑΣ 88 Άρθρα
1o Δημοτικό Σχολείο Παιανίας