Χρόνια πολλά Ποίηση

« Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδερφοί,

Όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη »

Οδυσσέας Ελύτης

Το νόημα της ύπαρξης

Τι να την κάνει κανείς τη ζωή αυτή,

δύσβατη και σκοτεινή,

πρέπει όμως από μέσα της ο ήλιος να ανατείλει:

να ξαναβρεί το φως της,

να ξανανιώσει αισθήματα χαράς και ευτυχίας,

λύπης και ανυπομονησίας.

v

Να αγαπήσει,

να κλάψει,

να θρηνήσει,

όλ’ αυτά που μέσα στο σκοτάδι δεν είχε την ευκαιρία να αντικρίσει,

αυτά που έχασε ψάχνοντας τον εαυτό της

 μέσα από τις αφελείς και ανούσιες συναναστροφές.

v

Πάντα θα υπάρχουν δυστυχίες, στεναχώριες κι’ αναρχίες,

πάντα ο ήλιος κάποια στιγμή θα δύσει,

αναπόφευκτο όμως είναι να υψωθεί ξανά στον ουρανό.

v

Και ενώ θα είναι στον ουρανό,

μπορεί σύννεφα να τον σκεπάζουν.

Αυτός όμως, σίγουρος για τον εαυτό του,

στη θέση του αγέρωχα θα στέκεται,

συμβολίζοντας το πηγαίο καλό,

που όσο δύσκολο κι’ αν είναι μερικές φορές να διακριθεί,

μέσα στην καχυποψία,

πάντα θα ανατέλλει το τέλος.

v

Η ζωή οπότε,

είναι ένας κύκλος,

γεμάτος όμορφα αλλά και άσχημα πράγματα.

Η ουσία του όμως,

είναι όταν γίνεται άστατος,

η πνευματική ανωτερότητα να προηγείται,

μέσα από το σκοτάδι να βλέπουμε το φως,

να βλέπουμε μέσα από το κακό, το καλό.

v

Όποιος κάτι τέτοιο πραγματοποιήσει,

με άσπρα ροδοπέταλα θα έχει στρώσει το μονοπάτι της ζωής του,

θα έχει ανακαλύψει το νόημα της ύπαρξής του.

Μαριτίνα Σούρσου, μαθήτρια Β3

                    «Ιθάκη»,  Κ. Π. Καβάφης (1911)

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι να ’ναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τί ευχαρίστηση, με τί χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοϊδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κι έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου να ’χεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξίδι διόλου.
Καλύτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι.
Χωρίς αυτήν δεν θα ’βγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τί σημαίνουν.

                                                                          Από την μαθήτρια του Β2, Χαρά Νασούφη

 

Ενός λεπτού σιγή

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας

κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,

έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας,

ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψη σας,

κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,

έστω και μια φορά;

είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή

για τους απεγνωσμένους;

(Ποιήματα, Ανυπεράσπιστος καημός – Ντίνος Χριστιανόπουλος)

 Η κακιά στιγμή (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

«Τα μάθατε; Ο τάδε το και το».
Έτσι μια μέρα θα ’ρθει κι η σειρά μας∙
μια αστοχία, μια κακιά στιγμή,
και κουρελιάζεσαι για όλη τη ζωή σου.

Θεέ μου, φύλαγε απ’ την κακιά στιγμή,
κάνε ν’ αργήσει η αναπόφευκτη στιγμή,
που η νέμεση χαρίζεται στους κουτσομπόληδες
και κάνουν γλέντι την καταστροφή μας.

 

 

«ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», Οδυσσέας Ελύτης (1959)

                                                                     Ανάγνωσμα Πρώτο

Γ΄

Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ” εμένα

τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων

και απ” αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!

Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς

και τον Στάχυ ο Νότος

τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας

και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές

ανόσια εξαργυρώνοντας.

Άλλο εγώ

πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα

και πάρεξ

τη σταγόνα του νερού στ’άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας

αιώνες κι αιώνες.

Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας

όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.

Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα

όπως ο ασκητής το Θεό του.

Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι

και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

την παρθένα του βλέμματος.

Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή

και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.

Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε

τρομερή ζωγραφιά μου.

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό σκληρό την τρυπούν

με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός

ο χρησμός απ” την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ

ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ” ΑΓΑΛΜΑΤΑ!

1 Σχόλιο

  1. Πώς έγινε σε τούτο τον αιώνα
    και γύρισε καπάκι η ζωή
    Πώς το’φεραν οι μοίρες και τα χρόνια
    να μην ακούσεις έναν ποιητή
    ( Μαλαματένια λόγια, Μάνος Ελευθερίου)

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.