«Ποιος είχε την τρελή ιδέα να εφεύρει το σχολείο; Εκεί-νος ο τρομερός Καρλομάγνος, ο τρομερός Καρλομάγνος!» λέει το τραγούδι. Είναι αλήθεια, αν και δεν είναι απολύτως σωστό κάτι τέτοιο.
Ο Κάρολος, που γεννήθηκε το 742, ήταν γιος του βασιλιά των Φράγκων, Πεπίνου του Βραχύ, και της Βέρθας-με-το-μεγάλο-πόδι. Καθώς οι γονείς του δεν έχουν παντρευτεί ακόμα, θεωρείται νόθος· επειδή λοιπόν δεν έχει και πολλές πιθανότητες να ανέβει στο θρόνο, δεν ασχολούνται και πολύ μαζί του. Αντίθετα, ο μικρότερος αδελφός του, ο Καρλομάνος, απολαμβάνει τη φροντίδα και τη μόρφωση πρίγκιπα. Στο μεταξύ, ένας εφημέριος παντρεύει τη Βέρθα και τον Πεπίνο.
Ομως το γεγονός αυτό δεν αλλάζει και πολλά. Έτσι, ο Κάρολος δεν εκπαιδεύεται σωστά και μιλάει μόνο τη μητρική του γλώσσα, τη «φραγκονική ριπουριανή», που είναι κάτι σαν γερμανικά. Πράγμα που τελικά δεν είναι και τόσο κακό, γιατί εγώ τη «φραγκονική ριπουριανή»… Τέλος πάντων.
Η μόρφωσή του παραμένει στοιχειώδης. Διαπρέπει όμως στα αθλήματα και κυρίως στην κολύμβηση. Περισσότερα θα θελήσει να μάθει μόνο όταν θα ενηλικιωθεί. Διαβάζει ελάχιστα και δε θα μπορεί να γράφει καλά ούτε σε μεγάλη ηλικία. «Έβαζε πάντα πινάκια κάτω απ’ τα μαξιλάρια του κρεβατιού του, για να επωφελείται από τις ώρες της ξεκούρασης και να εξασκείται στη γραφή, αλλά ήταν πολύ αργά πια, γι’ αυτό και τα αποτελέσματα υπήρξαν μέτρια», θα ομολογήσει ο Εϊνάρδος, ένας από τους κολλητούς του, σπουδαίος διανοούμενος της Αυλής και παιδικός φίλος του Καρόλου. Στο μεταξύ, ο αδελφός του, ο Καρλομάνος, υποδεικνύεται μέγας στούρνος. Ύστερα πεθαίνει ο πατέρας τους, ο Πεπίνος, και το βασίλειο μοιράζεται στα δύο. Το ένα τμήμα του παίρνει ο Καρλομάγνος και το άλλο ο Καρλομάνος.
Γεροδεμένος, εύθυμος, έξυπνος, δραστήριος, γενναίος και αυταρχικός (ολοκληρώστε επιτέλους τον κατάλογο!), ένα κράμα στρατιώτη και χωρικού, ο Καρλομόγνος γίνεται αγαπητός στο λαό του, ενώ φροντίζει συχνά να περιστοιχίζεται από καλλιεργημένους ανθρώπους: «Στη διάρκεια των γευμάτων έβαζε να του απαγγέλλουν ή να του διαβάζουν τις ιστορίες και τα χρονικά παλαιότερων εποχών». Ανάμεσα στους λογίους που τον περιβάλλουν υπάρχει και ένας μοναχός, ο Αλκουίνος, της Υόρκης της Αγγλίας, που είναι σωστός χαλίφης… Σιγά σιγά οι συζητήσεις τους μετατρέπονται σε ιδιαίτερα μαθήματα ρητορικής, διαλεκτικής και αστρονομίας. Ο Καρλομάγνος εξελίσσεται σε εξαιρετικό μαθητή. Καταλαβαίνει τα ελληνικό «καλύτερα απ’ ό,τι τα μιλάει», μαθαίνει να διαβάζει λατινικά και δείχνει ενδιαφέρον για τη γραμματική, τη θεολογία, την αριθμητική και τη φιλοσοφία.
0 μελλοντικός αυτοκράτορας «με την ανθισμένη γενειάδα» (στην πραγματικότητα, αυτή η γενειάδα είναι σκέτος μύθος… αφού το μουστάκι ήταν της μόδας τότε) έχει συνειδητοποιήσει πως η μόρφωση είναι πολύ σημαντική για να διασφαλίσει την εξουσία του στα απέραντα εδάφη του, όπου ο καθένας μιλάει όπως θέλει. Καλεί λοιπόν λογίους και τους ζητάει να δημιουργήσουν τη Σχολή του Ανακτόρου (κάτι σαν υπερ-πανεπιστήμιο), ενώ, με τη βοήθεια του Αλκουίνου, ανοίγει σχολεία ακόμα και στα χωριά, στα οποία γίνονται δεκτά παιδιά από κάθε γωνιά της αυτοκρατορίας. Πλούσια ή φτωχά, παιδιά ευγενών ή παιδιά χωρικών. Το μόνο που απαιτείται είναι να έχουν πνευματικά χαρίσματα και θρησκευτικό συναίσθημα, γιατί οι διευθυντές είναι είτε αβάδες είτε επίσκοποι.
Με λίγα λόγια, για να μπει κανείς στο σχολείο πρέπει να ανήκει στην τάξη των αρίστων. Το ζήτημα είναι πολύ σοβαρό – ο αυτοκράτορας στρατολογεί έτσι τα μελλοντικά στελέχη του βασιλείου του.
Καθόλου ανόητος τελικά αυτός ο Καρλομάγνος…
Καθώς όμως όλοι γράφουν ό,τι να ’ναι, όπως να ναι, αποφασίζει τη μεταρρύθμιση της γραφής και επιβάλλει παντού την επονομαζόμενη «καρολιγγειανή ή μικρογράμματη» γραφή, που είναι κομψή και ευανάγνωστη και στην οποία βασίζεται η σύγχρονη γαλλική.
Ακόμα και σήμερα το γεγονός ότι οι Γάλλοι γράφουν τόσο ωραία -για φαντάσου!- το οφείλουν λιγουλάκι στο σούπερ Τσάρλι.
Προστατεύοντας τα μοναστήρια και ευνοώντας τις σπουδές θεολογίας και τη μελέτη θρησκευτικών κειμένων, αλλά παράλληλα παρέχοντας βοήθεια στα εργαστήρια τέχνης και αρχιτεκτονικής, βάζει τα θεμέλια της περιόδου που αποκαλείται «Καρολιγγειανή Αναγέννηση». Τι τύπος!
Οι Γάλλοι μπορούν να είναι περήφανοι γι’ αυτόν! Μπορούν επίσης -γιατί όχι;- και να τον ευγνωμονούν.
