από τις Σταματίνα Μιχαλαράκου, Αργυρώ Μητροπούλου και Κατερίνα Καραλή
Σε διάφορες εποχές κάθε κοινωνία διαμορφώνει τα επαγγέλματά της σύμφωνα με τις ανάγκες της. Έτσι, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, στις ελληνικές πόλεις (ακόμα τότε με αγροτικό χαρακτήρα οι περισσότερες) υπήρχαν κάποια χαρακτηριστικά επαγγέλματα που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία τους και τη ζωή των κατοίκων τους. Με το πέρασμα των χρόνων, καθώς ο τρόπος ζωής , οι ανάγκες των ανθρώπων και ο τρόπος παραγωγής πολλών προϊόντων αλλάζουν, πολλά επαγγέλματα εξαφανίζονται ή αντικαθιστούνται από άλλα που έχουν να κάνουν με το σύγχρονο τρόπο ζωής. Μερικά απο αυτά είναι:
Μυλωνάς
Μυλωνάδες στους παλαιότερους χρόνους λεγόταν αυτοί που εκμεταλλεύονταν τους μύλους και άλεθαν τα σιτηρά για να παράγουν αλεύρι. Όσους από τους μύλους κινούνται με αέρα τους έλεγαν ανεμόμυλους. Οι μύλοι λειτουργούσαν κυρίως το χειμώνα, και όπου υπήρχαν τρεχούμενα νερά λειτουργούσαν και το καλοκαίρι.
Παγωτατζής
Ο παγωτατζής (παγωτάς) πουλούσε παγωτό στεκόμενος σε πολυσύχναστα σημεία ή περιφερόμενος στις γειτονιές, καθώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν καταψύκτες στα περίπτερα, όπως σήμερα. Ήταν από τους «γραφικούς» πλανόδιους πωλητές. Για να ξεχωρίζει και να διακρίνεται στο πλήθος προκειμένου να έλκει πελατεία, φορούσε χαρακτηριστική άσπρη μπλούζα και καπέλο πολλές φορές παρόμοιο με του μάγειρα, για τον ίδιο λόγο (να μην πέφτουν τρίχες απ΄ το μαλλί του στο παγωτό). Το παγωτό που πουλούσε ήταν το πλέον γνωστό παγωτό-χωνί, ή αλλιώς χωνάκι. Σαν γεύση, επικρατούσε αρχικά το καϊμάκι. Χρησιμοποιούσε για την δημιουργία, την διατήρηση και την μεταφορά του παγωτού τροχήλατη προθήκη με ψύξη, χειροκίνητη ή συνδυασμένη με τρίκυκλο ποδήλατο. Εμφανιζόταν προς το τέλος της άνοιξης, κατά το καλοκαίρι, ενώ από το φθινόπωρο και μετά ασκούσε άλλο επάγγελμα.
Αγωγιάτης
Ο αγωγιάτης ήταν βιοποριστικός μεταφορέας που χρησιμοποιούσε άμαξα και έλκηθρα σε χειμερινά τοπία. Το επάγγελμα του αγωγιάτη άνθισε στο παρελθόν μέχρι και τον 19ο αιώνα.Μετέφεραν τα πάντα. Πελάτες οδικού δρομολογίου, επίσης υλικά αγαθά και τρόφιμα, συχνά, ωστόσο, αναλάμβαναν και την μεταφορά ασθενών, πτωμάτων κλπ. Από τη δεκαετία του 1920 και μετά, με την έλευση και την ευρεία χρήση μηχανοκίνητων οχημάτων, οι αγωγιάτες βρέθηκαν σε δεύτερη μοίρα και ως εκ τούτου χάθηκαν σταδιακά.
Λούστρος
Λούστρος ή λουστραδόρος ονομάζεται ο πλανόδιος που το επάγγελμά του είναι να βερνικώνει και να γυαλίζει παπούτσια περαστικών. Στη δουλειά του λούστρου χρησιμοποιείται κασελάκι που μέσα έχει τα βερνίκια και βούρτσες για το γυάλισμα των παπουτσιών. Σε αρκετές περιπτώσεις, ιδιαίτερα παλαιότερα, οι περισσότεροι λούστροι ήταν παιδιά ή έφηβοι. Η αμοιβή τους ήταν ελάχιστη καθώς ένας πελάτης τους έδινε περίπου δύο δεκάρες.
Διαδεδομένη σε πολλά μέρη του κόσμου, η δουλειά του λούστρου εξαφανίζεται σταδιακά στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, και σήμερα το λουστράρισμα σχεδόν πάντα θεωρείται περισσότερο μια τέχνη, παρά μια πραγματική δουλειά. Στις περισσότερες χώρες, συμπεριλαμβανόμενης και της Ελλάδας, το επάγγελμα αυτό δεν ασκείται από πολλούς σήμερα.
Παγοπώλης
Ο παγοπώλης πουλούσε τον πάγο περιφερόμενος στις γειτονιές, γιατί εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν ηλεκτρικά ψυγεία για τη συντήρηση των τροφίμων. Περιδιαβαίνοντας με το ειδικά διαμορφωμένο κάρο, την καρότσα ή το τρίκυκλό του, πουλούσε παγοκολόνες που κατασκευάζονταν με ειδική διαδικασία σε ανάλογα εργαστήρια, τα παγοποιεία[1]. Τροφοδοτούσε όχι μόνο τα σπίτια αλλά και τα διάφορα μικρά μαγαζιά. Ο παγοπώλης φορούσε γάντια για να μην παγώνουν τα χέρια του και χειριζόταν ειδικό γάντζο-κοπίδι με τον οποίο έπιανε τον πάγο, τον έκοβε και τον μετέφερε[2]. Οι πάγοι τοποθετούνταν σε χτιστά ή ξύλινα ψυγεία εκείνης της εποχής, τις παγωνιέρες. Εκεί διατηρούσαν τα τρόφιμά τους οι οικογένειες και είχαν και δροσερό νερό το καλοκαίρι.
Υφάντρα
Η Υφάντρα είναι ένα παλιό επάγγελμα. Οι υφάντρες ήταν οι μοδίστρες της εποχής και συνήθως χρησιμοποιούσαν τον αργαλειό. Ο αργαλειός, ως οικιακό εργαλείο είναι αρχαιότατο και αναφέρεται από τον Όμηρο ως ιστός. Ο αργαλειός συνήθως στηνόταν στην αυλή στο υπόστεγο ή στο κατώι του σπιτιού. Η υφάντρα έραβε ρούχα, ύφαινε χαλιά αλλά ασχολιόταν και με τα υφαντά. Η υφάντρα για να ξεκινήσει να υφαίνει θα έπρεπε να έχει μαλλί από πρόβατο και να πραγματοποιήσει όλη την διαδικασία καθάρησης και βαψίματος για να μετατραπεί σε νήμα.
Εφημεριδοπώλης
Ο εφημεριδοπώλης ήταν ο πλανόδιος πωλητής που το επάγγελμα του ήταν να πουλάει έντυπα, κυρίως εφημερίδες, εξ ου και η ονομασία του επαγγέλματος. Οι εφημεριδοπώλες, όπως & οι λούστροι, παλαιότερα τουλάχιστον, ήταν ως επί το πλείστον παιδιά ή έφηβοι.
Σαλεπιτζής
Ο σαλεπιτζής ήταν από τους «γραφικούς» τύπους των πλανόδιων πωλητών, παρόμοιος με τον παγωτά, δεδομένου ότι περιφερόταν κι αυτός ντυμένος πάντα στα άσπρα (φορούσε άσπρη μπλούζα και καπέλο, συνήθως όπως αυτό του μάγειρα) και με τροχήλατη προθήκη. Τα σκεύη που χρησιμοποιούσε ήταν μπρούτζινα, πολύπλοκα, αλλά πάντοτε καλογυαλισμένα και πεντακάθαρα.
Γαλατάς
Ο γαλατάς ήταν επάγγελμα πλανόδιου μικροπωλητή παλαιότερων εποχών, που διατηρήθηκε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, και σήμερα έχει εκλείψει σχεδόν τελείως από αρκετές χώρες της Ευρώπης. Ο γαλατάς εργαζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα και όχι στα χωριά, καθώς εκεί υπήρχε η δυνατότητα, εξ ανάγκης, για άμεση πώληση φρέσκου γάλακτος. Ο γαλατάς αναλάμβανε τη διάθεση του γάλακτος και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων (συνηθέστερα γιαουρτιού η βουτύρου) στα σπίτια. Το μεταφορικό του μέσο ήταν ένα υποζύγιο (γάιδαρος ή μουλάρι, μερικές φορές ρυμουλκούσαν και ανοικτή ή κλειστή ελαφριά άμαξα) και αργότερα το ποδήλατο ή μηχανοκίνητο δίτροχο.
Βαρελάς
Ο βαρελάς ήταν τεχνίτης, ειδικός στην κατασκευή βαρελόσχημων και σκαφοειδών σκευών, που τα κατασκεύαζαν από ξύλο καστανιάς ή δρυός. Το ξύλο περνούσε από ειδική επεξεργασία και μετά το έκοβαν σε λεπτές σανίδες, που βρέχανε για να παίρνουν εύκολα την κατάλληλη κλίση.




