Γιορτή της μάνας
Οι δρόμοι γέμισαν φωνές,
ξεχείλισαν τριαντάφυλλα
στις ροδινές αγκάλες.
Κουβέντες θυμιατίζουνε το «θαύμα» της ζωής
λόγια και λόγοι πύρινοι.
Κάπου κοντά- μακριά,
μάνες κλείσαν τα στόματα
απ΄ το θυμό της μοίρας
ή από το λήθαργο του νου
Άλλες βάλανε μόνες τους τον πόνο τους
φραγμό.
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα δε φτάσανε για αυτές,
ξεμείνανε χωρίς γιορτή
μέσα στην τόση οχλαγωγή.
Κι όμως΄
τ΄άνθη στους κάμπους του Μαγιού
γλυκά τους τραγουδάνε
στο πέρασμα του ανέμου.
Και γίνονται ταξιδευτές
Μέχρι τις κλίνες τις πικρές.
Ω , θεέ μου τι χαρά είναι αυτή!
Εκείνα τα άδεια τα κορμιά
γέμισαν πάλι από παιδιά.