Αφανείς ήρωες
Κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο εορτασμός της επετείου το 1821, ο οποίος περιλαμβάνει την απόδοση φόρων τιμής στους καταξιωμένους ήρωες της ελληνικής επανάστασης και την ενθύμηση των θαρραλέων πράξεων τους για τη διαφύλαξη της πατρίδας. Αναμφίβολα, τα ονόματα των επιφανέστερων ηρώων της επανάστασης αποτελούν, δικαιωματικά, αναπόσπαστο κομμάτι των εορτασμών αυτών και εξυμνούνται αναλόγως. Ωστόσο, την ίδια στιγμή υπάρχουν ορισμένοι αγωνιστές της επανάστασης οι οποίοι, παρά την ανεκτίμητη συμβολή τους την περίοδο της επανάστασης, παραλείπονται από τα σχολικά βιβλία και εορτές και έχουν σχεδόν ξεχαστεί με το πέρασμα του χρόνου. Στην πραγματικότητα, τα πρόσωπα αυτά είναι οι φωνές που δεν εισακούστηκαν μέσα από το εκκωφαντικό βουητό της επανάστασης και χάθηκαν μέσα στο πλήθος των γεγονότων του 1821. Αυτοί είναι οι αφανείς ήρωες μιας επανάστασης που είναι καταδικασμένοι στο παρασκήνιο της, παρά το κρίσιμο ρόλο που διαδραμάτισαν στην εξέλιξη της. Για αυτό το λόγο, ως Έλληνες πολίτες, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε την αδιαμφισβήτητα προσπάθεια τους και τη συνεισφορά τους στην ιστορία της πατρίδας έτσι ώστε να τιμήσουμε μνήμη τους όπως ακριβώς της αρμόζει.[1]
Α. Αρχείο Κασομούλη

Στην επέτειο για τα 100 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση εγκρίνεται η έκδοση των Απομνημονευμάτων του Κασομούλη, που ήταν Μακεδόνας αγωνιστής του 1821, ήδη από τα 22 του χρόνια. Εκεί βρίσκουμε τη δική του οπτική. Παράλληλα με τους επώνυμους ήρωες της Επανάστασης υπάρχουν και ήρωες σημαντικοί αλλά μη γνωστοί! Για εμάς τους νεότερους ο αγώνας των Ελλήνων για ανεξαρτησία, κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας, είναι κυρίως κάποια γνωστά πρόσωπα ηρώων και σημαντικές μάχες της επανάστασης όπως τις διδαχθήκαμε στο σχολείο και τις γιορτάσαμε στις σχολικές επετείους. Όμως στην πραγματικότητα, οι σελίδες του αγώνα για την Ελευθερία, γράφτηκαν και από χιλιάδες απλούς καθημερινούς ήρωες και αγωνιστές λιγότερο γνωστούς, οι οποίοι με τον αγώνα τους συνέβαλαν ουσιαστικά στην εθνική παλιγγενεσία.
Ένας τέτοιος ήρωας ήταν και ο Νίκος Τσιάρας για τον οποίο μαθαίνουμε σημαντικά στοιχεία μέσα από τα ενθυμήματα του αγωνιστή της Επανάστασης του 1821 και ιστορικού, Νικόλαου Κασομούλη. Ο Νίκος Τσιάρας ήταν ένας από τους σημαντικότερους και ηρωικότερους αρματολούς της επανάστασης.
Ο Κασομούλης εκτός των άλλων περιγράφει με λεπτομέρειες σημαντικά ιστορικά γεγονότα όπως την σχέση Τούρκων και Ρώσων και τις εναλλαγές που είχαν μέσα στα χρόνια, το κοινό τους μέτωπο εναντίον των Γάλλων για τα Ιόνια νησιά, την πτώση της Πρέβεζας καθώς και τον Σουλιώτικο πόλεμο. Σημαντικές αναφορές γίνονται και στην διαχείριση των εδαφών από τις παραδοσιακές οικογένειες των αρματολών η οποία καθόριζε και την σχέση τους με τον Αλή Πασά.
Σε πολλά από αυτά τα γεγονότα ο Τσιάρας, μαζί με άλλες οικογένειες αρματολών, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην έκβαση τους. Ο Τσιάρας ξεχώρισε για την φιλοτιμία και την δικαιοσύνη του. Διακρίθηκε για τα σημαντικά χτυπήματα από στεριά και θάλασσα στις περιοχές του Ολύμπου και την Μακεδονία λειτουργώντας και ως πειρατής.
Χαρακτηριστικά περιγράφεται η ρήξη του με τον Αλή Πασά μετά την πτώση του Σουλίου τινάζοντας στον αέρα την ανακωχή μαζί του. Ο ίδιος αφού δολοφόνησε αξιωματούχο κατέφυγε στον Όλυμπο όπου συνέχισε την επιδρομή προς τους Οθωμανούς και επικηρύχθηκε από Τούρκους και κοτζαμπάσηδες. Το 1807 και ενώ πέτυχε μια σημαντική νίκη ενάντια σε μία μεγάλη δύναμη Τουρκαλβανών στα παράλια της περιοχής του Λιτόχωρου, πυροβολήθηκε και τραυματίσθηκε θανάσιμα. Σαν τον Νίκο Τσιάρα υπήρξαν πάρα πολλοί αρματολοί αγωνιστές οι οποίοι κατάφεραν σημαντικά πλήγματα στον Τουρκικό ζυγό και σε όλες τις δυνάμεις που συνθηκολόγησαν και συμμάχησαν μαζί τους.[2]
Σύμφωνα με τα ενθυμήματα του Κασομούλη καθοριστικό ρόλο πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 είχαν οι Λαζαίοι. Ήταν οικογένεια κλεφτών και αρματολών με μόρφωση και αρχές, η οποία έδρασε στην ευρύτερη περιοχή του Ολύμπου και στη θάλασσα. Μερικές από τις σημαντικότερες ενέργειές τους, ήταν η συμμετοχή τους σε υποκινήσεις των επαναστάσεων των Ελλήνων και η σχεδίαση εχθρικών ενεργειών κατά του προδότη Βλαχοθεόδωρου. Ακόμη, πολλοί αγωνιστές που ανέλαβαν αξιώματα και εντάχθηκαν στο τμήμα του Νίκου Τζιάρα, ήταν τα πρωτοπαλίκαρα του πατέρα του και άλλοι, οι οποίοι ανέπτυσσαν και προωθούσαν επαναστατικό πνεύμα στον λαό, καθώς διοργάνωναν μία νέα εξέγερση με σκοπό την απελευθέρωση των Ελλήνων. Αξίζει να σημειωθεί επίσης, πως και οι Τζιαράδες επέκτειναν το αγωνιστικό πνεύμα κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Πιο συγκεκριμένα, βοήθησαν στη δραπέτευση του Νικόλαου Φαρμάκη, ενός οπλαρχηγού της ελληνικής επανάστασης. Μία άλλη προσωπικότητα με καλλιεργημένο και επαναστατικό νου ήταν ο Παπα-Θύμιος Θεοδωράκης, ο οποίος ακολούθησε το επάγγελμα της ιεροσύνης. Ωστόσο, όταν πέθανε ο πατέρας του, τον διαδέχτηκε στο αρματολίκι και ανέπτυξε αξιόλογη δραστηριότητα. Πέτυχε να ενώσει όλους τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας και ενισχύθηκε και από τα Επτάνησα με τη σύμπραξη των Ρώσων. [3]
Το μαρτύριο του παπα-Θύμιου
Β. Αρχείο Φωτάκου
Ο Φωτάκος με ευγλωττία και ειλικρίνεια περιγράφει διάφορα χαρακτηριστικά επεισόδια από την πολιορκία της Τρίπολης.
Ξεχωρίζουν κάποια πρόσωπα όπως ό Αλβανός Ελμάς μπέης. Οι Αλβανοί ήταν μισθοφόροι των Τούρκων, γενναίοι πολεμιστές αλλά και παραδόπιστοι. Βλέποντας το μάταιο της αντίστασης και έχοντας σχέσεις με βετεράνους κλεφταρματωλούς όπως τον Κολοκοτρώνη, προσπαθεί να σώσει τους άντρες του. Έρχεται σε έντιμη συμφωνία με τους Έλληνες και καταφέρνει να σώσει τους άντρες του. Οι Τούρκοι, παρόλο που τον υποπτεύονταν, δεν κατάφεραν να τον σταματήσουν. Χαρακτηριστική είναι και η άλωση της Τρίπολης. Οι απλοί στρατιώτες είναι αυτοί που τελικά κατάφεραν να ανεβούν στα τείχη, αφού είχαν συνάψει σχέσεις και είχαν δοσοληψίες με Οθωμανούς στρατιώτες. Οι αρχηγοί των Ελλήνων μάλλον καθυστερημένα αντελήφθησαν τι συνέβαινε και έκαναν επίθεση. Η μοίρα των Τούρκων αμάχων ήταν τραγική. Ο σκληροτράχηλος Φωτάκος προσπάθησε να δικαιολογήσει τα γεγονότα, φαίνεται όμως και αυτός σοκαρισμένος από τη σφαγή. Με ειλικρίνεια αναφέρει πως πολλοί Τούρκοι με γενναιότητα προσπάθησαν να αντισταθούν ,όπως ο μισητός Τσεκούρας. Αυτός σκότωσε πρώτα την οικογένειά του και έπεσε μαχόμενος. Τίποτα όμως δεν μπόρεσε να τους γλυτώσει από την οργή των επαναστατημένων ραγιάδων[4]
Στην 1η Μαρτίου ο Κολοκοτρώνης στρατοπέδευσε στο χωριό Σαραβάλι με 6.500 Πελοποννήσιους και κάποιους Ζακυνθινούς. Οι στρατιώτες περνώντας από την επαρχία της Γαστούνης μάζεψαν όλα τα τύμπανα και τα όργανα για το χορό και το βράδυ άρχισαν να τα χτυπούν σε ψηλά σημεία, προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση στους Τούρκους που τους παρακολουθούσαν.
Στις 2 Μαρτίου στην πολιορκία των Πατρών οι Έλληνες πολέμησαν και σκότωσαν πενήντα Τούρκους . Στη μάχη αυτή ο γενναίος Κολοκοτρώνης πολέμησε γενναία. Κάποια στιγμή ένας μεγαλόσωμος Τούρκος τον πήρε αγκαλιά και τον χρησιμοποίησε σαν ασπίδα για να προστατευτεί από τα χτυπήματα των Ελλήνων. Στο τέλος ο γενναίος τον λυπήθηκε και τον έσωσε από τα χέρια των συμπολεμιστών του .
Στις 9 Μαρτίου οι Τούρκοι πήραν την πολεμική θέση στο Σκατοβούνι , αιφνιδίασαν 100 Έλληνες και τους σκότωσαν και νίκησαν και τους υπόλοιπους Έλληνες που πήγαν να πάρουν τη θέση αυτή .
Ο Κολοκοτρώνης έστειλε τον σημαιοφόρο του Πλαπούτα τον Σουμάνη να βάλει το μπαϊράκι (σημαία) του εκεί που ήταν το Γιουρούς μπαϊράκι το τουρκικό. Ο Σουμάνης ήταν Αλβανός Τούρκος ο οποίος μετά την άλωση της Τριπολιτσάς είχε μείνει με τον Πλαπούτα.
Όταν ο Σουμανης έφτασε στο Γιουρούς μπαϊράκι είπε του τούρκου σημαιοφόρου να φύγει. Ο Τούρκος είπε στο Σουμάνη ότι είναι άπιστος και ότι έγινε ραγιάς (Έλληνας δηλαδή). Ό Σουμάνης βρήκε την ευκαιρία, χτύπησε με το κοντάρι της σημαίας τον Τούρκο και πήρε την θέση του.
Αργότερα ο γενναίος Κολοκοτρώνης μαζί με το Νικόλαο Μπούκουρα , το Γεώργιο Σέκερη τον Προκόπη Παππά Δημητρακόπουλου και άλλους 150 Έλληνες πολεμούσαν γενναία τους Τούρκους, σε ένα πατητήρι(«ληνό») του Σαΐταγα, οι οποίοι πολλές φορές επιτέθηκαν χωρίς να καταφέρουν να πάρουν το ληνό .Μετά την παρότρυνση του αρχηγού ο οποίος από μακριά τους φώναξε ότι οι Τούρκοι έφυγαν οι Έλληνες βγήκαν από το ληνό και κυνήγησαν τους Τούρκους. Στην ίδια μάχη ο Πλαπούτας με τους στρατιώτες του ανάγκασε τον Τουφεξίμπαση να κλειστεί με 10 Τούρκους σε άλλον ληνό παραπέρα. Το ληνό αυτό είχαν κάψει παλιότερα οι Τούρκοι. Ο Πλαπούτας έσπρωξε τον τοίχο και αυτός έπεσε αμέσως επειδή οι ξυλοδεσιές του ήταν καμένες . Ο Πλαπούτας κινδυνεύοντας να πλακωθεί από τους τοίχους μπήκε καβάλα στον ληνό να σώσει τον Τουφεξίμπαση με σκοπό να τον εξαγοράσει από την οικογένεια του για 200.000 γρόσια[5]
Στο απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Φωτάκου(σ.166-184) διαφαίνεται ο κρίσιμος ρόλος που διαδραμάτισαν ορισμένα πρόσωπα κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Επιπλέον, μπορούμε εύκολα να διακρίνουμε την αφοσίωση και την γενναιότητα που απαιτείται από την πλευρά όχι μόνο των αγωνιστών αλλά και φαινομενικά ασήμαντων συντελεστών για την επίτευξη μιας νίκης και τη προστασία των στρατευμάτων. Η αφήγηση των γεγονότων από τον Φωτάκο αρχίζει από την άφιξη του Κολοκοτρώνη στο αρχηγείο του στο Σαραβάλι και την επακόλουθη άφιξη του Η. Χρυσοσπάθη, ενός απεσταλμένου ο οποίος τον πληροφόρησε πως δεν αργούσε η εισβολή των Τούρκων στη Πελοπόννησο. Έτσι, ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε πως θα ήταν ιδανικότερη η διάλυση της πολιορκίας και η μεταβίβαση του στρατεύματος στη Τριπολιτσά και αργότερα στο Άργος. Συγχρόνως, συγκάλεσε στρατιωτικό συμβούλιο για να αντιληφθεί πόσοι από τους καπεταναίους θα του συμπαραστέκονταν και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για την προστασία των κατοίκων της γύρω περιοχής.
Σύντομα μετά την ολοκλήρωση του συμβουλίου άρχισαν να υποχωρούν ολοένα και περισσότεροι καπεταναίοι από το στρατόπεδο με σκοπό να προστατέυσουν τις οικογένειες τους και τον εαυτό τους, έως ότου λιγότερο από το ένα τέταρτο του στρατεύματος παρέμεινε. Παρ’όλα αυτά, ο αρχηγός παρέμενε ακλόνητος, ενώ φρόντισε για την διαφύλαξη των γυναικών και των παιδιών στα γύρω χωριά καθώς και την ασφάλεια των πεζών στρατιωτών, οι οποίοι πάσχιζαν να δοθούν από τη μοιραία επίθεση των στρατιωτών. Την ίδια στιγμή, έδωσε τη δυνατότητα επιλογής σε όσους στρατιώτες ήταν πρόθυμοι να τον ακολουθήσουν ,παρέχοντας ένα χρονικό περιθώριο των 8 ημερών για να προετοιμασθούν. Ωστόσο, οι προσπάθειες του απέβησαν άκαρπες καθώς οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν τις προθέσεις των Ελλήνων και έκαψαν τις καλύβες και τα αρχηγεία τους.
Εν συνεχεία, παρά την έφοδο δώδεκα χιλιάδων Τούρκων στο φρούριο των Πατρών, ο αρχηγός μαζί με τους υπασπιστές και τους αναβάτες παρέμειναν στο Μονοδένδρι, οδηγώντας τελικά τους Τούρκους σε οπισθοχώρηση. Εν τω μεταξύ, οι γραμματείς του αρχηγού δούλευαν πυρετωδώς για να προετοιμάσουν τις προκηρύξεις του και τα γράμματα. Με αυτό το τρόπο, θα ενημέρωνε τους φίλους του για τη διάλυση της πολιορκίας, ενώ θα ζητούσε να παραβρεθούν όλοι στο Άργος σε μία έκκληση για βοήθεια. Έτσι, αφού ενημέρωσε ταχυδρομικά και τους υπόλοιπους, ο αρχηγός έστειλε απεσταλμένους για να βρουν τον Σισίνη και να ανακαλύψουν εάν πραγματικά σκόπευε να εμποδίσει το έμβασμα στη Γαστούνη, Οι απεσταλμένοι τελικά διαψεύσαν την είδηση και οδήγησαν τον Σισίνη στον αρχηγό. Στην συνάντηση τους, ο Σισίνης έδωσε όρκο τιμής στον αρχηγό πως θα τον υπηρετήσει στο έπακρο των δυνατοτήτων του αφού πληροφορήθηκε για τη διάσπαση της πολιορκίας και τον κίνδυνο που διέτρεχε η πατρίδα του. Στη συνέχεια, αφού ενέκρινε το σχέδιο του Κολοκοτρώνη, ανεχώρησε από το Πύργο με ένα στράτευμα των έξι χιλιάδες πεντακοσίων στρατιωτών , το οποίο όμως κατέληξε στους 500 στρατιώτες. Η σταδιακή αυτή μείωση οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι οι περισσότεροι στρατιώτες ήταν να ελεύθεροι να γυρίσουν στις οικογένειες του. Συγχρόνως, στη συνέλευση που πραγματοποιήθηκε μετά την άφιξη του Κολοκοτρώνη στην Ελευσίνα, ο ίδιο αναγνώρισε την αξιέπαινη συμβολή διαφόρων προσώπων στον αγώνα , όπως του Α .Κοκοράκη και άλλων πολλών.
Επιπρόσθετα, στην επακόλουθη άφιξη του Δράμαλη στη Πελοπόννησο, ο αρχηγός έστειλε τον Π.Παναγού, τον Κ.Πετρόπουλο και τον Ζ. Μαγουλιανίτα στη Ρούμελη, προκειμένου να ελέγξουν την εγκυρότητα της είδησης. Σύντομα, όμως, μετά την αναχώρηση των απεσταλμένων, σύμφωνα με μια φήμη που διαδόθηκε οι Τούρκοι είχαν ανεβεί στα Μεγάλα Δερβένια της Κορίνθου. Ωστόσο, ο αρχηγός παρέμενε δύσπιστος καθώς περίμενε ακόμα για την επιστροφή των απεσταλμένων του. Παρ “όλα αυτά, στις 8 Ιουλίου, οι ίδιοι επέστρεψαν επιβεβαιώνοντας την ανησυχητική είδηση. Τότε, ο αρχηγός αφού παρατήρησε τη λύπη τους για την είδηση προσπάθησε να τους παρηγορήσει, εκφράζοντας τη βεβαιότητα του πως η στιγμή που οι Έλληνες θα γνωρίσουν και πάλι την αγαλλίαση και τη δόξα της νίκης, ενώ οι ίδιοι θα είναι αυτοί που θα μεταβιβάσουν αυτή τη χαρμόσυνη είδηση. Με αυτό το τρόπο, όχι μόνο τους ενθάρρυνε να συνεχίσουν τον αγώνα αλλά και αναζωπύρωσε τη φλόγα του πατριωτισμού τους.
Στο μεσοδιάστημα, το στράτευμα του Δράμαλη, το οποίο απαρτιζόταν από τριάντα δύο χιλιάδες στρατιώτες και πολλά περισσότερα πολεμοφόδια, σε σύγκριση με τον Ελληνικό στρατό, έφτασε στη Πελοπόννησο όπου σκότωσε τους πεντακοσίους στρατιώτες που είχαν παραμείνει για να προσέχουν το πέρασμα. Επιπλέον, αφού τα γράμματα του Κολοκοτρώνη παραδόθηκαν σε όλη τη Πελοπόννησο και προκάλεσαν τη συρροή όλων στο σπίτι του στη Τριπολιτσά οι οποίοι ανέμεναν τη σωτηρία τους. Σε αυτή τη συγκέντρωση, ο Κολοκοτρώνης εξέφρασε την άμεση ανάγκη για διάδοση των προκηρύξεων. Κατεύνασε, επίσης, κάθε υποψία και αναμενόμενη ανησυχία εξηγώντας πως ο θεός βρίσκεται στο πλευρό των Ελλήνων και θα τους οδηγήσει στην πολυπόθητη νίκη εναντίον του Δράμαλη. Ταυτόχρονα, έδωσε διαταγές στους οπλαρχηγούς και τους καπεταναίους να επιτεθούν στον εχθρό από τη Κόρινθο, ενώ ο ίδιος και οι σωματοφύλακες του θα πήγαιναν από το Παρδένι. Στους σωματοφύλακες του Κολοκοτρώνη συμπεριλαμβάνονταν ο σημαιοφόρος του σώματος Ν.Καραχάλιος καθώς και άλλοι στρατιώτες ο οποίοι ήταν αναγνωρισμένοι για την ανδρεία και τη δεινότητα τους. Το σώμα αυτό, συγκίνησε τους κατοίκους της Καρύταινας που συμπαραστάθηκαν στον Κολοκοτρώνη , ενώ ο ίδιος εκκένωσε τη πόλη.
Τέλος, στις 8 Ιουλίου ο Δ. Πλακούντας, επικεφαλής ενός σώματος δυο χιλίων στρατιωτών πήγε στο φρούριο της Κορίνθου προκειμένου να κατασκοπεύσει από διάφορα σημεία για να παρέχει άμεση βοήθεια σε περίπτωση ανάγκης. Δυστυχώς, όμως, οι προσπάθειες του, εν τέλει, απέτυχαν καθώς ο Αχιλλέας κατέλαβε το φρούριο αναγκάζοντας τους να υποχωρήσουν.
Συνοψίζοντας, το πλήθος των γεγονότων που διαδραματίζονται στην αφήγηση του Φωτάκου και οι αγωνιστές που συμμετέχουν σε αυτά λειτουργούν ως μια υπενθύμιση πως κάθε αγώνας απαρτίζεται από αμέτρητους, συγκριτικά μικρότερους συντελεστές οι οποίοι εξασφαλίζουν την επιτυχία του. Ειδικότερα, στη προκειμένη περίπτωση χωρίς την συμβολή χαμηλόβαθμων αξιωματούχων, της Γερουσίας ακόμα και των ντόπιων, το σχέδιο του Κολοκοτρώνη δεν μπορούσε να διεξαχθεί αποτελεσματικά. Επιπλέον, η τόλμη και η ανιδιοτέλεια που επέδειξαν στρατιώτες όπως ο Σισίνης και οι σωματοφύλακες του Κολοκοτρώνη χωρίς να ενδώσουν στον αναπόφευκτό φόβο τους αναδεικνύει την δεινότητα και την αφοσίωση τους όχι απλά ως στρατιώτες αλλά και ως πατριώτες. Κατά συνέπεια είναι υποχρέωση και καθήκον μας να ανακαλύψουμε από την αρχή τα ονόματα αυτών των αφανών πολεμιστών του 1821 και να αναγνωρίσουμε την αναντικατάστατη γενναιότητα τους, καθώς το προνόμιο μας να είμαστε πολίτες μιας ελεύθερης χώρας οφείλεται στις αξιέπαινες πράξεις τους.[6]
Γ. Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη
Σε ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του , ο Κολοκοτρώνης αναφέρεται στα γεγονότα που συνέβησαν πριν το 1821 και πως οι «γέροι» προετοίμασαν το έδαφος έτσι ώστε να το λάβουν οι νεώτεροι και να πραγματοποιήσουν σπουδαία έργα πάνω του. Αργότερα μεταβαίνει στην ιστορία των τριών παιδιών του Δημητράκη, τους Δήμο, Λάμπρο, Χρόνη και πως μετά τη μετάβαση τους στη Ρούμελη ενεπλάκησαν με τους κλέφτες, πράξη η οποία οδήγησε στην πολιορκία τους από τους Τούρκους. Ο γιος του Δήμου ονομάστηκε Μπότσικας, αφήνοντας έτσι το γνωστό επίθετο της οικογενείας, ενώ στον καιρό του πραγματοποιήθηκε η είσοδος των Τούρκων στο Μοριά. Έπειτα, οι Χρυσοβιτσιώτες μαζί με τους Λιμποβισιώτες και τους Αρκουροδεματίτες πολέμησαν στο πύργο του Ντάρα με 6000 Τούρκους, μάχη από την οποία γλύτωσε ο Μπότσικας. Στη συνέχεια ο Κολοκοτρώνης εξιστορεί την εμπλοκή του πατέρα του με τους Καπεταμπέη και Μαυρογένη στην Τρίπολη ενάντια στους Τούρκους, ενώ παράλληλα αναφέρεται το όνομα του «Παναγιώταρου» Βενετζιανάκη ο οποίος ζήτησε βοήθεια από τους Μανιάτες στην ανάγκη προστασίας του πύργου από το Μιχάλη Τροπάκη Μπέη. Επιπλέον, επισημαίνει το όνομα ενός φίλου του πατέρα του, Κωνσταντίνο Δουράκη ο οποίος είχε έρθει σε ρήξη με τους Κιτριναίους, και αργότερα φαίνεται να προδίδει τον ίδιο(Κολοκοτρώνη) για 50.000 γρόσια.[7]
Σε άλλες σελίδες αναφέρονται ηρωικά γεγονότα και αφανείς αγωνιστές κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821. Αρχικά ο Κουλοδήμας, ο Καπετάν Αντώνης, ο Γκίκας και ο Πέτρος Μαρκέζης επικούρησαν στον ξεσηκωμό των Υδριωτών. Ωστόσο ο Βασίλης Μπουτούνας Καριώτης κρατούσε σε διαρκή ενημέρωση τον Κολοκοτρώνη για τα κινήματα, που διοργανώνονταν. Εν συνεχεία ο Αναγνωσταράς και ο Παπαφλέσσας συνέδραμαν με τον στρατό τους από διάφορα χωριά με τους Καρυτίνες και τους Φαναρίτες. Ο Ηλίας Μπεϊζαντές πολέμησε γενναία τους Τούρκους με ελάχιστους Σπαρτιάτες και έπειτα κατέφθασε στην Τρίπολη να συμπαραταχτεί με άλλους ομοεθνείς στρατούς. Σημαντική απώλεια ήταν ο θάνατος του Αντώνιου Νικολόπουλου και του Παναγή Βενετζιάνου. Καταληκτικά σημειώθηκε σφοδρή μάχη στο Βαλτέτζι με στρατηλάτες τον Γιατράκο Κυριακούλη και τον Νικηταρά. [8]
Δ. Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη
Η προετοιμασία για την αντίσταση κατά των Τούρκων αρχίζει σιγά σιγά να οργανώνεται από τον Μακρυγιάννη, τον Παπακώστα και τον Κατσικογιάννη. Ωστόσο δεν λείπουν και αυτοί που μπροστά στο ατομικό τους συμφέρον δεν υπολόγισαν το κοινό συμφέρον, όπως οι σύντροφοι του Γκούρα που αποχώρησαν από την προετοιμασία, κάνοντάς τον να αισθάνεται προδομένος.
Υπό την προστασία τους είναι το κάστρο που προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων ξεκινούν εργασίες ανοίγοντας λαγούμια, ενώ παράλληλα ζητούν από την Κυβέρνηση ενισχύσεις. Όλοι μαζί ενωμένοι έχουν έναν κοινό στόχο, να σώσουν ένα κομμάτι της πατρίδας τους από το μένος των Τούρκων χάνοντας ακόμη και την ζωή τους. Ο ηρωισμός και η αυτοθυσία είναι κάτι που τους χαρακτηρίζει. Η σύγκρουση με τους Τούρκους δεν αργεί και οι Έλληνες αμύνονται με όσα μέσα διαθέτουν, παρόλα αυτά η ανικανότητα κάποιων στρατιωτών ευθύνεται για τον θάνατο σημαντικών ανθρώπων όπως του Γκούρα. Ο Μακρυγιάννης, ο Παπακώστας, ο Ομορφόπουλος και ο Κατσικογάννης προσπαθούν να βάλουν μια τάξη στο χάος που επικρατεί έως να φτάσουν οι ενισχύσεις.
Η εμφάνιση ενός τυχαίου ανθρώπου, χριστιανού είναι πολύ σημαντική διότι τους ενημερώνει για τα τουρκικά σχέδια. Άλλος ένας σημαντικός άνθρωπος της επανάστασης είναι ο Λαγουμιτζής, ο οποίος με κίνδυνο να χάσει την ζωή του γεμίζει το λαγούμι των Ελλήνων με μπαρούτι προκειμένου να αιφνιδιάσει τους Τούρκους. Όλες οι κινήσεις γίνονται με συλλογικό πνεύμα χωρίς να σκέφτεται κανείς εγωιστικά, και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι όσο ο Λαγουμιτζής ήταν μέσα στο λαγούμι ο Μακρυγιάννης απ” έξω μένει ξάγρυπνος ώστε να προστατεύσει τον σύντροφο του. Οι Έλληνες με κίνδυνο να χάσουν την ζωή τους μπαίνουν μπροστά στα τουφέκια των Τούρκων για να υπερασπιστούν αυτό που τους ανήκει. Μερικά από αυτά τα παλικάρια ήταν ο Νταλαμάγκας, ο Λαγουμιτζής, ο Αράπης, ο Κατσικογιάννης και ο Μακρυγιάννης ενώ υπήρχαν και κάποιοι που δεν λειτουργούσαν ως σύνολο όπως ο Κατσικοστάθης που εγκατέλειψε το πόστο του έχοντας ως αποτέλεσμα να χαθούν πολλοί Τούρκοι αλλά και αρκετοί Έλληνες.
Από την άλλη μεριά υπήρχαν και οι Έλληνες όπως ο Βλάχος και ο Μαμούρης όπου την βοήθεια τους την προσέφεραν μόνο εάν είχαν οι ίδιοι προσωπικά οφέλη όπως να γίνουν φρούραρχοι, και να ταλαιπωρήσουν κι άλλο τους Αθηναίους. Ευτυχώς βέβαια που υπήρχαν και οι πατριώτες που μπροστά στην απελευθέρωση της πατρίδας τους δεν έβαζαν τίποτα και αποφάσισαν το δίκαιο, να πολεμήσουν οι ίδιοι για την απελευθέρωση του κάστρου. Η κατάσταση στο κάστρο τραγική, επικρατεί απόγνωση και απελπισία όταν αποφασίζουν να στείλουν για βοήθεια τον βαριά τραυματισμένο Μακρυγιάννη, που κατάφερε μετά από πολλούς κινδύνους και συναντήθηκε με τον Πρόεδρο της Διοίκησης , τον Ζαϊμη. Το πατριωτικό πνεύμα και των δύο φαίνεται από το γεγονός ότι αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη τις προσωπικές τους διαφορές και να συνεργαστούν για το καλό της πατρίδας τους.
Άλλοι Έλληνες που τους χαρακτηρίζει πατριωτισμός και γενναιότητα ήταν ο Φαβγέ, οι Γιάννηδες, ο Κουντουριώτης και οι Διστομίτες, στους τελευταίους ειδικά χρωστάει η Ελλάδα μεγάλη χάρη. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν και άνθρωποι από άλλες χώρες που προσπάθησαν να βοηθήσουν τους Έλληνες όπως ο Γρόπιος που ήταν πρόξενος της Αυστρίας και προστάτευσε τον Μακρυγιάννη από τους Τούρκους φέρνοντάς τον σε επαφή με το Άγγλο Γκόρντον, που διέθεσε αρκετά χρήματα στον αγώνα των Ελλήνων, έχοντας βέβαια και ο ίδιος οφέλη διότι από τη μία τα πήρε πίσω με τόκο και από την άλλη ανέλαβε αρχηγός του Πειραιά. Ο Μακρυγιάννης εξακολουθούσε να αναζητά για ενισχύσεις, μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Κυβέρνηση τον έστειλε στην Κόρινθο ώστε να πείσει του Νοταράδες να αφήσουν τις προσωπικές τους διαμάχες και να συμβάλουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Για άλλη μια φορά ο Μακρυγιάννης τα κατάφερε, έτσι έπεισε αυτούς και τον Λόντον να βοηθήσουν. Στον αγώνα κατά των Τούρκων βοηθούσαν με τον δικό τους τρόπο ο Μεταξάς, ο Κολοκοτρώνης, ο Υψηλάντης σε συνεργασία με τον Γάλλο αξιωματικό Μπούρμπαχη, που η ελληνική του καταγωγή, η γενναιότητα και η καλοσύνη του ήταν τα στοιχεία αυτά που τον οδήγησαν στο να προσφέρει χρήματα αλλά και τις υπηρεσίες του. Βέβαια υπήρχαν δύο κατηγορίες αγωνιστών. Από τη μία ήταν αυτοί που τους παρείχαν τα πάντα, φαγητό – εξοπλισμό, ενώ από την άλλη ήταν οι αγωνιστές που ήταν στα βουνά με τον Καραϊσκάκη, που δεν είχαν ούτε τα βασικά, όπως φαγητό, ενδύματα, υποδήματα και εξοπλισμό.
Όλα αυτά συνέβαιναν στην στεριά, όμως υπήρχαν και άνθρωποι που αγωνίστηκαν από τη θάλασσα με όσα μέσα διέθεταν διότι και εκεί υπήρχαν άνθρωποι που είχαν καράβια σε καλή κατάσταση όπως ο ναύαρχος Κοκράν και ο αρχιστράτηγος Τζούρτζης, ενώ υπήρχαν και αυτοί που αμύνονταν με σαπιοκάραβα όπως ο Μιαούλης.[9]
