Σε ένα χωριό έξω από την Ρώμη κατά την διάρκεια της εικονομαχίας, οι εικονολάτρες, καθώς φοβόντουσαν τον Κωνσταντίνο Ε’ και τους ακολούθους του, είχαν κρύψει τις ιερές εικόνες τους σε μία σπηλιά. Η κοινότητα τους ήταν κλειστή, και καθημερινά πιστοί πήγαιναν στο σπήλαιο για να προσευχηθούν και για να προσκυνήσουν, ενώ στην εκκλησιά του χωριού δεν υπήρχε ούτε μία εικόνα κρεμασμένη στους τοίχους. Οι κάτοικοι όμως δεν παραπονιόντουσαν, παρόλο που γνώριζαν ότι αυτό που έκαναν ήταν επικίνδυνο. Ένας λόγος για τον οποίον δεν ανησυχούσαν παρά την σοβαρότητα της κατάστασης, είναι ότι υπήρχε εμπιστοσύνη ανάμεσα τους, και, σημαντικότερα, δεν υπήρχε καμία υποψία.
Ωστόσο, κατά την διάρκεια μιας επιδρομής που έγινε από αξιωματικούς του αυτοκράτορα σε ένα κοντινό μοναστήρι, για να ελεγχθεί αν οι μοναχοί τηρούσαν τις εικονομαχικές πολιτικές του Βυζαντίου, κάποιος μίλησε για το τι γινόταν στο χωριό, με αντάλλαγμα λίγα χρυσά νομίσματα. Αμέσως οι αξιωματικοί άλλαξαν την πορεία τους, και έφτασαν στην μοναδική πλατεία του χωριού, όπου κάλεσαν όλους τους κατοίκους. Ζήτησαν να μάθουν τον κύριο υπαίτιο για αυτό που γινόταν, και όταν δεν πήραν απάντηση, ανακοίνωσαν ότι την ίδια ώρα το επόμενο πρωί θα έκαιγαν την σπηλιά και ό,τι υπήρχε μέσα της, ενώ απείλησαν ότι όποιος στεκόταν εμπόδιο στο έργο τους θα τιμωρούταν σκληρά και χωρίς έλεος. Κατόπιν έφυγαν με τα άλογά τους και άφησαν τους δύσμοιρους ανθρώπους να θρηνούν.
Γιαγιάδες, παππούδες, ολόκληρες οικογένειες έκλαιγαν από τον θυμό τους, την στεναχώρια τους, αλλά και τον φόβο τους, ενώ χάθηκε κάθε ίχνος εμπιστοσύνης, και όλοι γέμισαν υποψίες.
Φυσικά, κανένας δεν τολμούσε να πλησιάσει τον ιερό χώρο, καθώς, υποπτεύονταν ότι θα υπήρχαν φύλακες καθ’ όλη την νύχτα. Κανένας, εκτός από ένα μικρό παιδί, τον Μανουήλ. Ο Μανουήλ, βλέποντας την ίδια του την οικογένεια να θρηνεί απαρηγόρητη, έγινε ατρόμητος, και δεν τον ενδιέφερε καθόλου τι θα μπορούσε να του συμβεί. Έτρεξε μέσα στην σπηλιά, και διάλεξε γρήγορα μία εικόνα, για να την σώσει. Γύρισε πίσω τρέχοντας και την έδειξε περήφανα στην μητέρα του. Αυτή, σοκαρισμένη, την έκρυψε στο σπίτι. Η οικογένεια δεν ενημέρωσε κανέναν, από φόβο, παρά μόνο λίγους διαλεχτούς ανθρώπους, τους οποίους εμπιστευόταν απόλυτα. Για την οικογένεια και αυτούς τους ανθρώπους, όταν την επόμενη μέρα η σπηλιά κάηκε μαζί με όλες τις εικόνες, δεν είχαν χαθεί τα πάντα. Υπήρχε ένα ίχνος ελπίδας. Και όλα αυτά έγιναν χάρη στην γενναιότητα του μικρού Μανουήλ, ο οποίος δεν λογάριασε τίποτα.
Η εικόνα πέρασε από γενιά σε γενιά, και ο Μανουήλ κατάφερε να την δώσει στα δικά του εγγόνια. Μετά την Ζ’ οικουμενική σύνοδο, η εικόνα ήταν η πρώτη που κρεμάστηκε στο κέντρο της εκκλησίας του χωριού, έτσι ώστε να την βλέπουν όλοι με το που μπαίνουν στο ναό. Καθώς, μέχρι τότε, η συγκεκριμένη εικόνα δεν ήταν απλά μία εικόνα, αλλά είχε γίνει ένα αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του τόπου. Ήταν ένα σημάδι, που συμβόλιζε τις δοκιμασίες που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι παλαιότερες γενιές, για να μπορούσε η τότε γενιά να προσκυνήσει ελεύθερα αυτήν την εικόνα. Συμβόλιζε την γενναιότητα του μικρού Μανουήλ και δίδασκε όλους ότι στην ζωή μας πρέπει να αγωνιζόμαστε για το σωστό, και για αυτά που θεωρούμε ιερά, ακόμα και αν έχουμε φόβο. Και η εικόνα ήταν πραγματικά όμορφη: έδειχνε την Παναγία να κρατάει στην αγκαλιά της το μωρό Ιησού Χριστό.
Kωνσταντίνος Καραγιάννης Β΄3
