Λέξεις κρύσταλλα
Λέξεις κρύσταλλα, σαν ποτήρια καλά που φοβόμαστε μην πέσουν και γίνουν θρύψαλα. Θρύψαλα που θα φανερώνουν τα συντρίμμια μιας ζωής, ενός ονείρου που θα χαθεί μόλις χαράξει το πρώτο φως της μέρας.
Και τότε καταλαβαίνεις ότι το ποτήρι έχει ήδη σπάσει στα λεπτοκαμωμένα σου χέρια που ματώνουν σιωπηλά και μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και ψεύτικα χάδια, περιστασιακά. Συναισθήματα της μιας ημέρας, της μιας εβδομάδας…μετά καπνός. Σύννεφα πυκνά που κρύβουν τον ήλιο, έτοιμα να βρέξουν, σαν να θέλουν να ρίξουν στη γη όλη τη στενοχώρια των ανθρώπων.
Και το κρασί που γέμιζε το ποτήρι πέφτει στο πάτωμα με μια σιγή εκκωφαντική. Μια σιγή που ακόμη και το άπειρο νιώθει λίγο μπροστά της. 
Εσύ θέλεις να φύγεις μακριά από τα θρύψαλα των ονείρων σου, απότα κομμάτια της ζωής σου, αλλά συνειδητοποιείς ότι δεν μπορείς γιατί ο χρόνος σταμάτησε σε μια στιγμή, σε μια εικόνα παγωμένη.
Τα θρύψαλα δεν έχουν πέσει στο πάτωμα, δεν έχουν μπεί μέσα στην καρδιά σου και η βροχή δεν έχει ξεσπάσει, ούτε τα φύλλα κουνιούνται από το δυνατό αερα.
Προσπαθείς να σκεφτείς πως θα φύγεις χωρίς να πονέσεις άλλο. Η μπόρα ξεσπά δυνατή και γεμάτη παράπονο για τον αέρα που την πηγαινοφέρνει όπου αυτός θέλει.
Ο ήχος από τα θρύψαλα στο πάτωμα γλυκός σαν μελωδία από πιάνο ξεκούρδιστο, ενώ ο πόνος πικρός, σαν άγουρο φρρούτο στο διψασμένο σου στόμα που με κόπο καταπίνεις.
Τα θρύψαλα μπαίνουν στην καρδιά σου και τη δηλητηριάζουν. Το πρόσωπο σου καίει και δεν νιώθεις τίποτα. Βγαίνεις έξω στη βροχή που σου μουσκεύει τα ρούχα και στον άνεμο που σου παγώνει το σώμα.
Εσύ απλώς προσπαθείς να νιώσεις κάτι γιατί τελικά αυτό το τελευταίο ποτήρι κρασί σε σκότωσε.
Ατταλιώτη Άννα, Α1
Σχολιάστε
Για να σχολιάσετε πρέπει να συνδεθείτε.


