Γράφουν Ευαγγελία Μπίμπα Β3 και Χαράλαμπος Ντούκας Β2
Η Ελλάδα υπήρξε πάντα μια φιλόξενη χώρα τόσο απέναντι στους ομοεθνείς όσο και προς τους ξένους. Παρακινημένοι είτε από θεϊκούς θεσμούς είτε από απλή καλοσύνη, οι Έλληνες έσπευδαν κάθε φορά να βοηθήσουν τον συνάνθρωπο τους. Παρόλα ταύτα, σήμερα το προσωπικό όφελος ή η αίσθηση της επικινδυνότητας της εποχής μας τείνουν να αλλάξουν την παράδοση αυτή.
Στην αρχαία Ελλάδα, ωστόσο, η φιλοξενία δεν αποτελούσε απλώς μια πράξη ευγένειας ή καλής κοινωνικής συμπεριφοράς. Αντιθέτως, ήταν ένας θεϊκός θεσμός, γνωστός ως «ξενία», που συνδύαζε την ηθική, τη θρησκεία και την κοινωνική συνοχή. Σε μια περίοδο χωρίς ξενοδοχεία και προστασία για τους ταξιδιώτες, η φιλοξενία είχε αναχθεί σε ιερό και απαραβίαστο θεσμό. Κύριο ρόλο στον θεσμό της φιλοξενίας είχε ο Ξένιος Δίας, ο θεός προστάτης των ξένων. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο Δίας επιτηρούσε τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους επισκέπτες και τιμωρούσε αυστηρά κάθε προσβολή ή κακομεταχείριση. Ακόμα και η ιδέα ότι ένας θεός μπορούσε να εμφανιστεί μεταμφιεσμένος ως φτωχός ταξιδευτής ενίσχυε τον σεβασμό προς κάθε ξένο ανεξαρτήτως καταγωγής ή κοινωνικής θέσης.
Οι υποχρεώσεις του οικοδεσπότη ήταν σαφείς και αυστηρές. Έπρεπε να δεχτεί τον ξένο χωρίς να τον ρωτήσει αρχικά το όνομα του ή τον σκοπό της επίσκεψης του. Προηγούνταν η προσφορά φαγητού, νερού και στέγης και προστασία για το διάστημα που θα παρέμενε στο σπίτι του. Μάλιστα, κατά την αναχώρηση, συνήθιζε να του προσφέρει δώρα, που ονομάζονταν «ξένια», ως ένδειξη τιμής και φιλίας. Η παραβίαση αυτών των κανόνων θεωρούνταν όχι μόνο κάτι κοινωνικά απρεπές αλλά και ασέβεια απέναντι στους θεούς. Ωστόσο, και ο ξένος είχε τις δικές του υποχρεώσεις. Όφειλε να σέβεται το σπίτι που τον φιλοξενούσε, να μην προκαλεί ζημιές, να μην καταχράται τη φιλοξενία και να την ανταποδίδει, όταν θα του δινόταν η ευκαιρία. Άλλωστε συχνό ήταν το φαινόμενο η συνάντηση μεταξύ οικοδεσπότη και ταξιδιώτη να εξελισσόταν σε δεσμό ζωής, ο οποίος μπορούσε να περάσει από γενιά σε γενιά. Ας θυμηθούμε τις σκηνές φιλοξενίας στην Οδύσσεια του Ομήρου.
Σήμερα, η φιλοξενία στην Ελλάδα δεν έχει χαθεί, αλλά έχει αλλάξει. Οι δυσκολίες των τελευταίων χρόνων, ο γρήγορος ρυθμός ζωής και η κούραση της καθημερινότητας έχουν κάνει τους ανθρώπους πιο επιφυλακτικούς και πιο κλειστούς. Στις μεγάλες πόλεις, η απόσταση μεταξύ των ανθρώπων φαίνεται μεγαλύτερη, όχι πάντα από αδιαφορία αλλά και από φόβο. Κι όμως, υπάρχουν και εξαιρέσεις: στην προσφυγική κρίση του 2015 ζευγάρι εκπαιδευτικών στην περιοχή μας φιλοξένησε για λίγες ημέρες στο σπίτι τους ένα ανδρόγυνο Σύριων προσφύγων με το μικρό παιδί τους. Οι άνθρωποι αυτοί κοιμόντουσαν σε ένα πάρκο της πόλης μας, περαστικοί από την Αθήνα, στην προσπάθειά τους να κατευθυνθούν στη Βόρεια Ευρώπη. Η σύντομη αυτή φιλοξενία εξελίχθηκε σε φιλία. Λίγα χρόνια αργότερα η προσφυγική οικογένεια, μόνιμα εγκατεστημένη πλέον στη Σουηδία, ανταπέδωσε τη φιλοξενία, καλώντας τους Έλληνες φίλους τους να επισκεφθούν τη νέα τους χώρα!
Ενώ στις μεγάλες πόλεις η φιλοξενία είναι σχεδόν ανύπαρκτη, στα χωριά παρατηρούμε ότι οι κάτοικοι είναι πιο φιλικοί, πιο ανθρώπινοι. Η φύση των χωριών ήταν έτσι ανέκαθεν. Οι άνθρωποι εκεί εμπιστεύονται και νοιάζονται περισσότερο. Πόσο μπορείς να εμπιστευτείς όμως κάποιον που δεν γνωρίζεις; Οι κλοπές δεν σταματούν και τα νοικοκυριά γίνονται πιο αφιλόξενα. Επίσης, δεν ισχύουν πλέον οι θεϊκοί θεσμοί που κάποτε έλεγχαν τους ανθρώπους, με αποτέλεσμα πολλά άτομα να σκέφτονται μόνο την προσωπική τους ασφάλεια και τίποτα άλλο.
Όσο όμως και να έχουμε αλλάξει με το πέρασμα των αιώνων, δεν έχουμε πάψει ως χώρα και ως πολιτισμός να θεωρούμαστε φιλόξενοι, με την ευρεία έννοια του όρου. Έχει ριζωθεί αυτός ο θεσμός στην πατρίδα μας και πλέον η φιλοξενία θεωρείται εθνικό μας χαρακτηριστικό. Ασχέτως πάντως με τους θεϊκούς θεσμούς, πρέπει να έχουμε ηθικές αξίες και να αρχίσουμε να πράττουμε ως άνθρωποι.


