Ελλάδα: Η χώρα που «τρώει» τα παιδιά της

Πόσες φορές έχει τύχει να σας ρωτήσει ένας ενήλικας «Τι θέλεις να σπουδάσεις» ή «Τι δουλεία θέλεις να κάνεις στο μέλλον»; Λογικά παραπάνω απ’ όσες μπορείτε να θυμηθείτε. Και πάντα η απάντηση θα είναι του στυλ «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα» ή «Κάτι θα βρω που να μου ταιριάζει». Καθόμαστε ολημερίς στα θρανία και αναρωτιόμαστε για το μέλλον που μας προσφέρεται, εμείς, η νέα γενιά, που φορτωνόμαστε πτυχία, ξένες γλώσσες και όνειρα. Νιώθουμε συχνά πως η πατρίδα μας μάς κοιτάζει με ένα πρόσωπο σκληρό, σχεδόν εχθρικό. Είναι οδυνηρό να συνειδητοποιούμε ότι η Ελλάδα, αντί να μας αγκαλιάζει και να αξιοποιεί τις δυνατότητές μας, μοιάζει να μας παραμελεί, αναγκάζοντάς μας να κοιτάμε με μισή καρδιά προς το αεροδρόμιο και το εξωτερικό.

Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο που συναντάμε είναι η τραγική αναντιστοιχία ανάμεσα στις σπουδές και την αγορά εργασίας. Ενώ πασχίζουμε να εξειδικευτούμε και να αποκτήσουμε γνώσεις πάνω σε επιστημονικούς τομείς, η ελληνική οικονομία φαίνεται «κολλημένη» σε επαγγέλματα χαμηλής εξειδίκευσης, όπως ο τουρισμός, η εστίαση και το μικροεμπόριο. Έτσι, πολλοί από εμάς θα βρεθούμε στην κατηγορία των «υπερπροσοντούχων» (κοινώς: overqualified), δηλαδή θα είμαστε άνθρωποι με λαμπρά μυαλά και τεχνογνωσία που θα καταλήξουμε σε θέσεις που δεν μας προσφέρουν καμία πνευματική ικανοποίηση, καμία ενασχόληση πάνω στις σπουδές μας, ούτε φυσικά την ανάλογη αμοιβή και εργασιακή ανέλιξη που αναζητούμε.

Και εδώ ερχόμαστε στο φλέγον ζήτημα της επιβίωσης. Σήμερα, οι χαμηλοί μισθοί είναι πλήρως δυσανάλογοι με το κόστος ζωής. Η ακρίβεια καλπάζει, ενώ οι αμοιβές παραμένουν στάσιμες, δημιουργώντας μια διαρκή οικονομική εξάρτηση από τους γονείς μας. Πώς μπορεί λοιπόν η κοινωνία να περιμένει από εμάς να κάνουμε όνειρα για δική μας οικογένεια και ανεξαρτησία, όταν ο μισθός μας δεν φτάνει καλά καλά ούτε για βασικά αγαθά (π.χ. σουπερμάρκετ, ρεύμα, ενοίκιο); Δηλαδή, σε ποιο ουτοπικό σύμπαν μπορεί ένας λαός με μισθούς Βαλκανίων να ζει σε οικονομικές συνθήκες παρόμοιες με της Δυτικής Ευρώπης;

Δυστυχώς, η κατάσταση επιδεινώνεται και μέσα από την εργασιακή εκμετάλλευση. Πολλοί εργοδότες έχουν μη ρεαλιστικές απαιτήσεις και μηδενική ενσυναίσθηση, οδηγώντας κυρίως εμάς τους νέους σε burn-out (υπερκόπωση) πριν καν ξεκινήσουμε ουσιαστικά τις καριέρες μας. Ακόμη, οι αδήλωτες ή απλήρωτες υπερωρίες, η εργασία για μαύρο χρήμα και η απουσία αξιοκρατίας από το ελληνικό σύστημα του «βύσματος» και της γνωριμίας είναι παράγοντες που καταπνίγουν της όρεξή μας για δουλεία, ενώ έτσι τα ταλέντα και οι ικανότητές μας τίθενται σε δεύτερη μοίρα και σχεδόν ποτέ δεν αναγνωρίζονται ή ανταμείβονται. Για να μην αναφερθούμε καν σε περιπτώσεις που πολλοί εργατικοί και φιλότιμοι νέοι «πιάνονται κοροΐδα» και υπερφορτώνονται με ρόλους και αρμοδιότητες που δεν τους αρμόζουν επειδή είτε φοβούνται μη μείνουν άνεργοι, είτε είναι οικονομικά απελπισμένοι.

Το πιο παράλογο από όλα, όμως, είναι ο φαύλος κύκλος της προϋπηρεσίας. Δηλαδή, οι πλειοψηφία των εργοδοτών ψάχνει εργαζομένους με προϋπηρεσία για να περιορίσει τα κόστη σε επιμορφώσεις και για να αποφευχθούν λάθη «απειρίας», όμως εμείς οι νέοι, ειδικά όταν πρόκειται πάνω στον τομέα των σπουδών μας, δεν έχουμε εργασιακή εμπειρία. Έτσι, οι εργοδότες τείνουν να προσλαμβάνουν γηραιότερους ηλικιακά υποψηφίους, με αποτέλεσμα εμείς η νεότερη «φουρνιά βιογραφικών» να μένουμε άνεργοι και να μην έχουμε πολλές επιλογές σε εργασίες υψηλής εξειδίκευσης.

Εν ολίγοις, ως νέοι, αισθανόμαστε ότι το σύστημα μας αδικεί. Η Ελλάδα επενδύει στην εκπαίδευσή μας, αλλά αρνείται να μας δώσει τον χώρο, τον σεβασμό και τις ευκαιρίες που μας αξίζουν για να αναδειχθούμε και να επιβιώσουμε. Αν δεν αλλάξει αυτή η νοοτροπία, αν δεν υποστηριχθεί η επιστημονική εξέλιξη και η υγιής επιχειρηματικότητα, η φυγή στο εξωτερικό δεν θα είναι επιλογή, αλλά μια πικρή ανάγκη. Και αυτό είναι κρίμα, καθώς μας αξίζει μια χώρα που να μας δίνει λόγους να μείνουμε, όχι κίνητρα για να φύγουμε.

ΔΟΥΔΟΥΜΗ ΙΩΑΝΝΑ-ΑΓΑΠΗ

ΜΑΤΖΩΡΟΣ ΦΑΝΗΣ

ΠΑΛΛΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ ΘΑΝΟΣ

ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ ΠΕΤΡΟΣ

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης