Η Πολιτεία των Ζωντανών Νεκρών

ΑΠΟ: 8ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΓΛΥΦΑΔΑΣ - Ιουν• 18•20

depositphotos_18082261-stock-photo-romantic-couple-on-bench-vintage

Είναι έξι και μισή το πρωί μιας κρύας Τετάρτης. Πάλι Τετάρτη σήμερα. Η πιο απαίσια μέρα της εβδομάδας! Σου δίνει την αίσθηση ότι έρχεται το Σαββατοκύριακο που σου επιφυλάσσει ξεκούραση… αλλά μπα! Έχει μέρες ακόμα η εβδομάδα… Πολύ παραπλανητική μέρα. Και το παράδοξο… κάθε φορά πέφτω στην παγίδα να ενθουσιαστώ για το Σάββατο που πλησιάζει και δεν θα δουλέψω! Κακόμοιρο πλάσμα…

Το ξυπνητήρι αρχίζει να βγάζει εκείνο τον ενοχλητικό ήχο που σε κάνει να θες να το σπάσεις, να κολλήσεις τα κομμάτια του… και μετά να το ξανασπάσεις! Αυτό θα πει εκδίκηση για τα όνειρα που σου ‘χει χαλάσει, γι’ αυτά που σου άφησε στη μέση και ξεχάστηκαν αμέσως, αντί να παιδευτούν στο μυαλό σου. Ανοίγω διστακτικά τα μάτια μου. Ώρες-ώρες θα ήθελα πάρα πολύ να ζω σ’ ένα λαγούμι. Να ζω μονίμως σ’ ένα πλήρες σκοτάδι και να μην με ενοχλεί κανείς. Κάπως έτσι είμαι. Μάλλον μπερδεμένο πλάσμα… Γοητευτικό και επικίνδυνο μαζί. Λυτρωτικό αλλά και παράλογο. Να με θαυμάζεις και να με λυπάσαι. Να με συναναστρέφεσαι και να με αποστρέφεσαι. Έτσι θα με χαρακτήριζα. Με ενοχλεί πάρα πολύ το φως της μέρας. Δεν θέλω καθόλου να το βλέπω. Αλλά και να ‘θελα, δεν μ’ αφήνει η αϋπνία. Με  δύο ώρες ταραγμένου ύπνου, πώς ν’ ανοίξει το μάτι; Μάλλον πρέπει να αλλάξω χάπια. Φαίνεται δεν με πιάνουν πια αυτά! Και τώρα το μεγάλο δίλημμα: Να σηκωθώ ή να μην σηκωθώ; Ιδού η απορία! Για κάποιον ανεξήγητο λόγο μου παίρνει πάρα πολύ χρόνο να συμφιλιωθώ με την ιδέα της καινούριας μέρας. Με τη νύχτα τα πάω σαφώς καλύτερα…

Τελικά σηκώνομαι… Πίνω έναν καφέ, ντύνομαι και πάω στη δουλειά. Ως συνήθως, βέβαια, κολλάω στην κίνηση. Φρικτό! Δεν την αντέχω την Αθήνα και τους εξαντλητικούς ρυθμούς της! Πολλοί άνθρωποι μαζί και ο αέρας πολύ λίγος για όλους. Δεν φτάνει! Νιώθεις μία αίσθηση ελαφράς ασφυξίας, αλλά συνηθίζεις κάποια στιγμή. Πολλά αυτοκίνητα, το ένα δίπλα στ’ άλλο κολλημένα σαν τις σαρδέλες, να κορνάρουν… Νεύρα. Πάρα πολλά νεύρα για μια μέρα που μόλις άρχισε… Φτάνω στο γραφείο. Καλημερίζω άπαντες. Εννοείται πως δεν παίρνω απάντηση. Ολίγον προφανές… κι αναμενόμενον! Επικρατεί μία ανατριχιαστική ησυχία… Δεν τολμάς να τη χαλάσεις. Μπορεί και να σε δείρουνε! Είναι τρελοί οι άνθρωποι, περίεργοι… πέντε μήνες είμαι στην υπηρεσία κι ακόμα δεν έχω μάθει τα ονόματά τους. Όλοι τους μυστικοπαθείς… ύποπτοι. Σαν να έχουν κάτι να κρύψουν. Ποιος ξέρει; Όλοι με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να ψάχνουν κάτι που τους έπεσε. Ζωντανοί είναι άραγε ή νεκροί; Δεν είμαι και σίγουρη. Τείνω προς το δεύτερο πάντως. Τα μάτια τους κόκκινα από την εκτυφλωτική οθόνη του υπολογιστή. Χάθηκε να ‘χαμε γραφομηχανές; Τουλάχιστον, δεν θα μ’ ενδιέφερε να τους χαλάσω την ησυχία!

Μετά από άλλη μια εξαιρετικά ανιαρή μέρα, επιτέλους πήγε έξι! Σχολάω. Τρέχω γρήγορα στο παρκάκι πέντε στενά πάνω από το γραφείο. Φτάνω. Κοιτάω το ρολόι μου. Έξι και τέταρτο. Δεν βλέπω την ώρα να τον δω! Κάθε απόγευμα στις έξι και μισή στο παγκάκι κάτω απ’ τη μπουκαμβίλια. Εκεί κάθεται πάντα… και διαβάζει Καρυωτάκη… Ποιος ξέρει τι σκοτεινός άνθρωπος θα ‘ναι κι εκείνος; Άρα, ταιριάζουμε! Μήνες τώρα τον παρακολουθώ να κάθεται σ’ εκείνο το παγκάκι και να διαβάζει. Κάθε απόγευμα, αμέσως μετά τη δουλειά, τρέχω να τον συναντήσω σαν παλαβή έφηβη και κάθομαι και τον περιμένω να μου γεμίσει την ημέρα με μια δόση ευτυχίας! Ίσως τη μόνη που μπορώ να βρω. Κάθε που τον βλέπω αισθάνομαι αυτή την ανεξήγητη παρουσία πεταλούδων να γαργαλούν γλυκά το στομάχι μου. Τι να ‘ναι άραγε αυτό; Καμιά ασθένεια ή μήπως τελικά είναι έρωτας; Υπάρχει; Κι αν ναι, τι είναι αλήθεια; Πώς εξηγείται αυτό το φαινόμενο; Είναι απλώς ανυπότακτες ικεσίες ενός διαρκούς πόθου; Δεν μπορώ να τον ερμηνεύσω πιο ρομαντικά. Και  ποια διαφορά έχει ακριβώς από  μια ασθένεια ,αφού έχεις όλα τα συμπτώματα: κρύο ιδρώτα, νιώθεις πως δεν ανασαίνεις, πονάει το στομάχι σου, έχεις μονίμως άγχος… Σε τρελαίνει! Προσπαθώ για μία φορά να φτάσω μετά από εκείνον, να μην τον περιμένω. Είναι εξευτελιστικό να περιμένεις! Αλλά μάταια. Πολλές φορές μάλιστα, κάνω κύκλους γύρω από το τετράγωνο για να αργήσω σκόπιμα. Τίποτα! Ό,τι και να κάνω αποδεικνύομαι πάντα συνεπέστατη στο ραντεβού μου. Και μάλιστα πριν απ’ την καθορισμένη ώρα! Μάλλον τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να χάσω έστω κι ένα λεπτό απ’ τα μάτια μου τον μοναδικό άνθρωπο που μου δίνει δύναμη να συνεχίσω τη μέρα μου. Τι τυχερός που είναι! Χωρίς να περιμένει κανέναν, έχει πάντα κάποιον να τον περιμένει! Εκείνος δεν περιμένει ποτέ… Πώς θα ήθελα κάποια στιγμή να καταφέρω να προσποιηθώ κι εγώ αυτόν που δεν περιμένει! Δεν έχω βρει το κουράγιο να του μιλήσω. Απλώς κάθομαι και χαζεύω το αγγελικό του πρόσωπο, το λεπτεπίλεπτο κορμί του, το καλαίσθητο γούστο του στα ρούχα, στην ποίηση, στο άρωμα που μυρίζω όταν έρχεται! Αλλά από την άλλη, ίσως καλύτερα κιόλας. Ας μείνει πλατωνικός και μονομερής αυτός ο έρωτας. Μπορεί αν τον γνωρίσω ν’ απογοητευτώ. Δεν θα ‘ναι και πρώτη φορά, άλλωστε! Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια, δεν λένε; Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο!

Έχει πάει έξι και μισή επιτέλους. Από στιγμή σε στιγμή θά ‘ρθει. Παρατηρώ λίγο τους ανθρώπους γύρω μου. Όλοι με το κεφάλι σκυμμένο, σαν να ψάχνουν κάτι που τους έπεσε. Ζωντανοί είναι άραγε ή νεκροί; Δεν είμαι και σίγουρη,αλλά τείνω προς το δεύτερο… Όλοι κατσουφιασμένοι, σκυθρωποί, χλωμοί και μίζεροι. Μ’ ένα κινητό στο χέρι, έχουν βρει πλέον το νόημα της ζωής. Κάπου εκεί μέσα φαίνεται να βρίσκεται! Ώσπου έρχονται τα πιτσιρίκια… ένα τσούρμο αγοριών γύρω στα δεκαπέντε, που θαρρείς θα σου ταράξουν ευχάριστα την ηρεμία… αυτά ξέρουν να ζουν άλλωστε… αλλά μπα! Μάλλον, ούτε αυτά τελικά! Δεν έχει πια γέλια και φωνές. Μόνο κάτι καταθλιπτικές φάτσες που κάθονται αμίλητες η μία δίπλα στην άλλη και κοιτούν τα κινητά τους. Πάνε τα γέλια, πάνε κι οι φωνές… «Μα καλά, δεν έχουνε κανένα άλλο ενδιαφέρον;» σκέφτομαι. Τα κοιτάζω επίμονα… Τίποτα! Εξακολουθούν να μην κοιτιούνται. Κατάντια!

Κοντεύει επτά, αλλά αυτός δεν έχει έρθει. Περιμένω. Παραγγέλνω έναν καφέ από το διπλανό καφενείο. Παραγγέλνω δεύτερο, τρίτο, τέταρτο… Μ’ έχει πιάσει το άγχος μου. Έχει τρυπήσει το στομάχι μου από τους πολλούς καφέδες. Ξαφνικά, βλέπω μπροστά μου την πολυπόθητη, ψιλόλιγνη φιγούρα με το μακρύ, καφέ παλτό – πάντα καλοντυμένος , το μαύρο καπέλο, απ’ αυτά που φοράνε οι μαφιόζοι στις ταινίες, και το βιβλίο στο χέρι, ν’ απομακρύνεται. Αυτός θα ‘ναι! Αλλά γιατί απομακρύνεται; Δεν θα κάτσει στο παγκάκι όπως κάνει κάθε μέρα; Σήμερα μάλιστα, βρήκε να κάνει τη βόλτα του, που πήρα μαζί μου ένα χιλιοδιαβασμένο βιβλίο του Μπωντλαίρ για να του δείξω ότι έχουμε κοινά γούστα; Σήμερα βρήκε; Το πήρα απόφαση. Θα τον ακολουθήσω! Στο πάρκο δεν είχε καθόλου φασαρία. Αντιθέτως, ακουγόταν μόνο το θρόισμα των φύλλων στα δέντρα, καθώς φύσαγε μανιασμένα ο άνεμος. Κατά τ’ άλλα, νεκρική σιγή… Έπρεπε να είμαι αθόρυβη. Άρχισα να τον ακολουθώ. Με είχε μαγέψει τόσο η γοητεία του και τ’ άρωμά του, που δεν είχα προσέξει τα ξερά φύλλα που είχαν πέσει στο έδαφος… Μέχρι που πάτησα δυο-τρία. «Λες να τ’ άκουσε;» αναρωτήθηκα. Κάνει κίνηση να γυρίσει το κεφάλι του να δει. «Σίγουρα τ’ άκουσε! Κάνε την αδιάφορη!» με συμβούλεψα. Αρχίζω να κοιτάζω γύρω μου και να σφυρίζω, τάχα πως περπατούσα αμέριμνη κι έριξα μια κλεφτή ματιά στο πρόσωπό του… ή μάλλον της. Όχι μόνο δεν ήταν το πρόσωπο που περίμενα, αλλά ούτε καν του ίδιου φύλου. Μία ψηλή γυναίκα με κοντοκουρεμένο μαλλί ήταν! Τι απογοήτευση Θεέ μου… Άκρως εκνευρισμένη, γυρίζω στο παγκάκι μου…

Παίρνω ένα περιοδικό από το απέναντι περίπτερο. Αρνούμαι κατηγορηματικά να κοιτάξω το κινητό μου, το διαδίκτυο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η επιτομή της προσποίησης και της ψευτιάς. Αλλά ούτε το περιοδικό λέει τίποτα συγκλονιστικό. Μόνο τις κοσμικότητες. Τίποτα παραπάνω από κουτσομπολίστικες ειδήσεις για ανθρώπους της τηλεοπτικής επικαιρότητας. Αδιάκριτες φωτογραφίες δήθεν καλλιτεχνών, που μόλις λήξει το συμβόλαιό τους με τη δημοσιότητα, εμπορεύονται τον καινούριο τους έρωτα για να το ανανεώσουν. Γεμίσαμε ψωνισμένους! Τελικά, κανείς δεν ξέρει να ζει; Μόνο για το φαίνεσθαι μοχθούν οι άνθρωποι; Πετάω το περιοδικό στα σκουπίδια. Μόνο εκεί ανήκει.

Πλησιάζει οκτώ. Νιώθω ένα ρεύμα να με διαπερνάει. Το ίδιο ρεύμα που νιώθω όταν μυρίζω το άρωμά του. Πρέπει να είναι κοντά… Η διπλανή αντροπαρέα εμπλουτίστηκε μ’ ένα ακόμη λαμπρό μυαλό, απ’ ότι φαίνεται. Αυτή τη φορά γένους θηλυκού, που έδωσε ζωή στα αγόρια. Η φωνή τους δεν είχε ακουστεί μέχρι στιγμής. Μάλλον, η παρουσία ενός θηλυκού είναι απαραίτητη σε μία αντροπαρέα για να τους ξυπνάει τις ορμές, αλλιώς δεν λειτουργούν διαφορετικά. «Είσαι πολύ κουλ ντυμένη ρε!» της λέει ένας. Όντως! Πολύ περιποιημένη! Βαμμένη, με ισιωμένο μαλλί, ψηλά τακούνια, λες και θα πήγαινε σε γάμο. Και λουσμένη… με άρωμα, που, τελικά, δεν ήταν αυτού που περίμενα. Μόνο που εγώ δεν θα τη χαρακτήριζα ωραία ντυμένη, αλλά γδυμένη! Τι έχουν πάθει τα σημερινά παιδιά; Γιατί έχουν χάσει τόσο τον δρόμο τους; Γιατί εξευτελίζονται έτσι; Γιατί παζαρεύουν την αξιοπρέπειά τους; Γιατί ξεπουλάνε την προσωπικότητά τους για να εξασφαλίσουν μία θέση στη μάζα; Γιατί; Πολλά «γιατί» βασανίζουν το μυαλό μου, ενώ συνεχίζω να τους παρακολουθώ επίμονα. Η κοπέλα βγάζει το κινητό της… Τι πρωτότυπο, ε; Βγάζουν μία φωτογραφία τους εαυτούς τους. Βγάζουν δεύτερη, τρίτη, τέταρτη, ώσπου έχασα το μέτρημα… Τόση ωραιοπάθεια τα σημερινά παιδιά! Πόσο έχουν χάσει την ουσία! Ύστερα, κάνανε από ένα τσιγάρο και βγάλανε τα μπουκάλια με τα ποτά που είχαν κλέψει από τις κάβες των σπιτιών τους και κάπως έτσι ξεκίνησε η κραιπάλη. Ποιος ξέρει σε ποιανού συμμαθητή τους σπίτι, είπαν στους γονείς τους ότι πάνε για διάβασμα! Ανίδεοι γονείς! Έπειτα, βάλανε αυτά τα ανεκδιήγητα, δήθεν αντισυμβατικά, ραπ τραγούδια που με περίσσιο θράσος αποκαλούν «μουσική», αμαυρώνοντας έτσι την πολύτιμη έννοια της τέχνης. Αρχίζουν να μιλάνε. Για να πω την αλήθεια, δυσκολεύομαι να καταλάβω σε τι γλώσσα! Κάτι ανάμεσα σε φτηνά, χυδαία ελληνικά, αγοραία αγγλικά και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Υποπτεύομαι, όμως, ότι αυτή η γλώσσα που μιλάνε θα λέγεται «μόδα»! Ποιος ξέρει; Από τα λίγα πράγματα που καταλαβαίνω, παρ’ ότι δεν χρειάζεται καθόλου να κρυφακούσω, πρέπει να σκάβουν τον λάκκο μιας συμμαθήτριας και υποτιθέμενης φίλης… Είναι κι αυτό μέρος της μόδας, προφανώς! Προχωρούν στα περί σχέσεων. Η κοπέλα αρχίζει να λέει στους «φίλους» της για τα πέντε αγόρια που «γουστάρει» ταυτοχρόνως, για το πόσοι τη φίλησαν στο πάρτυ του σχολείου, για το πόσοι της ζητούν να συνάψουν σχέση, κοινώς «να τα φτιάξουνε» και άλλα τέτοια «ουσιώδη»… Η λεγόμενη, είτε από τη νεολαία, είτε από τα λαϊκά στρώματα, «γκομενοσυζήτηση» συνεχίστηκε για αρκετή ώρα ακόμα, μέχρι που μέθυσαν τελείως και δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη, οπότε απλώς γελάγανε! «Μα καλά, δεν έχουν τίποτα άλλο πραγματικά άξιο αναφοράς να συζητήσουν; Κάτι που να θυμίζει λίγο ποιότητα; Τα εξάντλησαν όλα τα θέματα για κουβέντα ή γλίτωσα που μέθυσαν;» αναρωτήθηκα για ακόμη μία φορά. Ζουν, τελικά, αυτά τα παιδιά ή μόνο νομίζουν ότι ζουν ,ενώ καταστρέφουν τη ζωή τους; Ζωντανά είναι άραγε ή νεκρά; Δεν είμαι και σίγουρη. Τείνω προς το δεύτερο, πάντως…

Έχει πάει εννιά. Με βαριά καρδιά συνειδητοποιώ ότι ο αγαπημένος μου δεν πρόκειται να με τιμήσει με την παρουσία του απόψε… αλλά εγώ θα είμαι εδώ κάθε απόγευμα και θα τον περιμένω! Αυτή είναι άλλωστε η μοίρα κάθε ερωτευμένου… να περιμένει! Άραγε, αυτός που αντί να ζει, περιμένει, είναι ζωντανός ή νεκρός; Ποιος ξέρει; Μάλλον ανήκω κι εγώ στην πολιτεία των ζωντανών νεκρών… που πάντα κάτι περιμένουν… τη ζωή, τον θάνατο, τον έρωτα, την ευτυχία, την επιτυχία, τη μεγάλη ευκαιρία, ένα αγαπημένο τους πρόσωπο να τους χαμογελάσει, να τους πάρει αγκαλιά, να τους φιλήσει… Μάλλον ανήκω κι εγώ στην πολιτεία των ζωντανών νεκρών…

                                                                                              Δήμητρα Καλογήρου (Γ1΄)

Σχολιάστε

Top